Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Σχετικά με την απαγόρευση λειτουργίας καταστημάτων την Κυριακή

Το παρακάτω κείμενο αποδίδει, σε μεγάλο βαθμό, την εισήγηση που έκανα σε συζήτηση στο Free Thinking Zone για την απαγόρευση λειτουργίας καταστημάτων την Κυριακή (συμμετείχαν επίσης η Αρετή Γεωργιλή, ο Ιωάννης Ληξουριώτης και ο Πάνος Μιχαλόπουλος).

Εξετάζοντας το ζήτημα λίγο θεωρητικά, σε σχέση με το γενικότερο ρόλο των κρατικών ρυθμίσεων στην αγορά, παρατηρούμε ότι η αναγκαιότητα για κρατική ρύθμιση στο ωράριο/ στη λειτουργία τις Κυριακές  υπονοεί ότι, χωρίς αυτήν, τα πράγματα θα ήσαν διαφορετικά. Και όταν λέμε διαφορετικά, εννοούμε διαφορετικά  σε σχέση με αυτό που θα έφερνε η συμπεριφορά των παραγόντων της αγοράς, δηλαδή των καταστηματαρχών και των καταναλωτών.

Ήδη αυτή η διαπίστωση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τέτοιου είδους κρατικές ρυθμίσεις είναι κατ' αρχήν προβληματικές, ουσιαστικά ξεκινούν με μια παραδοχή, ότι υπάρχει κάποια σύγκρουση συμφερόντων (όπως πάντα σε μία αγορά) και ότι η λύση που θα φέρει η λειτουργία της αγοράς είναι άδικη, θίγει κάποιους άδικα. Συγκεκριμένα, η σύγκρουση συμφερόντων παρουσιάζεται ως σύγκρουση μεταξύ των μικρών καταστημάτων και των μεγάλων αλυσίδων, οι οποίες (κατά την κυρίαρχη αντίληψη) έχουν την ευχέρεια να λειτουργούν με διαρκές ωράριο και να επιβληθούν αθέμιτα επί των μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή από τη λειτουργία των καταστημάτων κατά τις Κυριακές φέρονται αδικημένες οι μικρές επιχειρήσεις. Προβάλλεται, επίσης, ως δικαιολογία για τη ρύθμιση η καταπάτηση του πενθημέρου για τους εργαζομένους που υποτίθεται ότι θα προκύψει από τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή.

Ο συλλογισμός αυτός έχει κάποιες προφανείς προχειρότητες και παραλείψεις (λ.χ. το αυξημένο εργατικό κόστος για τα μεγάλα καταστήματα την Κυριακή τα φέρνει σε μειονεκτική θέση, σε σχέση με οικογενειακές επιχειρήσεις, που δεν έχουν εργατικά κόστη - ή ότι η δυνατότητα λειτουργίας την Κυριακή δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούν να μένουν κλειστά τα καταστήματα κάποιες καθημερινές κ.λπ.). Αλλά οι μεγαλύτερες ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν είναι οι παρακάτω:

1. Πού είναι σ' όλο αυτό το συλλογισμό τα συμφέροντα των καταναλωτών; Η αγορά λειτουργεί βασικά γι' αυτούς.

2. Δεχόμαστε την επιλογή συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου από το κράτος, ακόμη και όταν αυτό είναι αντίθετο με τις υποδείξεις της αγοράς και, άρα, μη-βιώσιμο; Πόσο θα μπορούμε ακόμη να στηριζόμαστε αποκλειστικά σε μικρές επιχειρήσεις που λειτουργούν μόνο με περιορισμένο ωράριο; Για να μη συζητήσουμε για τον αναχρονισμό της ρυθμίσεως, που επιβλήθηκε σε μία εποχή, κατά την οποία η γυναίκα ασχολείτο με τα οικοκυρικά και είχε τη χρονική δυνατότητα να ψωνίσει, την ώρα που ο άνδρας εργαζόταν.

3. Με δεδομένη την ανάγκη για αύξηση του τουριστικού πληθυσμού σε πόλεις, όπως η Αθήνα (ο Δήμαρχος Αθηναίων, κ. Γιώργος Καμίνης, έκανε σχετική παρέμβαση), είναι προφανής η ανάγκη λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, ώστε οι τουρίστες να έχουν ένα επιπλέον κίνητρο για παραμονή στην Αθήνα.

Όλες οι παραπάνω ενστάσεις είναι ενδεικτικές και μιας ακόμη αδυναμίας που έχουν οι κρατικές επεμβάσεις/ ρυθμίσεις εν γένει:

Το κράτος δεν επεμβαίνει ως δίκαιος ή ανεξάρτητος κριτής, δεν είναι κάποιος απρόσωπος υπολογιστής, αλλά λειτουργεί σύμφωνα με τις εντολές μιας κυβερνητικής και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η οποία έχει ανάγκη να ικανοποιήσει τους οργανωμένους υποστηρικτές της.

Αυτοί ανευρίσκονται στις διάφορες οργανωμένες ομάδες συμφερόντων που δρουν σε συλλόγους, επιμελητήρια κ.λπ. Οπωσδήποτε σ' αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι καταναλωτές και όσοι καταστηματάρχες ασχολούνται περισσότερο με την επιχείρησή τους, παρά με τον οργανωμένο και κομματαοκρατούμενο συντεχνιακό συνδικαλισμό.

Εξ άλλου, οι παλαιότεροι καταστηματάρχες, με άλλα λόγια όσοι είναι ήδη μέσα στο παιχνίδι, έχουν κάθε συμφέρον να διατηρηθεί η κατάσταση και να αποτρέψουν τον ανταγωνισμό. Η κατάσταση όμως πότε πρόκειται ν' ανατραπεί; Σε ποια περίπτωση μπορεί οι παλαιότεροι να χάσουν την πελατεία τους; Όταν έλθουν στην αγορά κάποιοι, που είναι πρόθυμοι να δουλέψουν περισσότερο, να προσφέρουν καλύτερες τιμές, να γίνουν γνωστοί στην αγορά με την ποιότητα των προϊόντων τους.
Προϋπόθεση για να κερδίσουν πελάτες οι προθυμότεροι, όμως, είναι να υπάρχει ανοικτή και δραστήρια αγορά. Όσο πιο μικρή είναι η επαφή των καταναλωτών με τις επιχειρήσεις, τόσο πιο ψηλά είναι τα τείχη για είσοδο στην αγορά καινούργιων επιχειρηματιών.

Έτσι, κάποιος που δουλεύει παραπάνω ή διαφορετικά από τους άλλους πρέπει να εξισωθεί, για να μην υποχρεωθούν και οι υπόλοιποι να δουλεύουν το ίδιο - και αυτό γίνεται με την κρατική παρέμβαση. Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, το κράτος προστατεύει το δικαίωμα στην ήσσονα προσπάθεια. Όσοι φοβούνται τον ανταγωνισμό, όσους δεν συμφέρει να αλλάξει, επ’ ωφελεία των καταναλωτών, το οικονομικό μοντέλο, καταλήγουν να έχουν το κράτος ως ασπίδα.

Μερικές τελευταίες παρατηρήσεις - επισημάνσεις.

α. Οι εργαζόμενοι ρωτήθηκαν εάν θέλουν ή δεν θέλουν να εργάζονται Κυριακές και αργίες, που έχουν αυξημένο μεροκάματο;

β. Ισχύει εξαίρεση από την απαγόρευση λειτουργίας την Κυριακή στις τουριστικές περιοχές - για ποιο λόγο δεν έχει υποβληθεί αίτημα από τους επιχειρηματίες των περιοχών αυτών για άρση της εξαιρέσεως; Με τη λογική που προβάλλουν οι συνδικαλισμένοι έμποροι, ότι η λειτουργία τις Κυριακές θα οδηγήσει σε κλείσιμο καταστημάτων, τυχόν άρση της εξαιρέσεως για τους επιχειρηματίες των τουριστικών περιοχών θα ήταν σωτηρία γι' αυτούς!

γ. Είναι παράλογο να ζητεί ένας επιχειρηματίας να λειτουργεί το κατάστημά του τις ώρες που προσδοκά ότι θα έχει την περισσότερη πελατεία; Δεν είναι παράλογο το αντίθετο, να το λειτουργεί και να επωμίζεται όλα τα σχετικά κόστη, σε ώρες που είναι δύσκολο για τους καταναλωτές να το επισκεφθούν;

Τελικά, όπως προέκυψε και από τη συζήτηση, υπάρχουν ακόμη αρκετοί επιχειρηματίες που επιθυμούν το κράτος να επέμβει και να παρεμποδίσει με κάθε τρόπο τον ανταγωνισμό τους. Η νοοτροπία αυτή, να εμποδίζουμε το νέο, το καλύτερο, για να διαφυλάξουμε τα δικά μας κεκτημένα, είναι αυτή που σε μεγάλο βαθμό ευθύνεται για τα σημερινά μας χάλια.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Πέντε σκέψεις για το κοινωνικό κράτος

1. Η επάρκεια του κοινωνικού κράτους κρίνεται από την επιλογή των ωφελουμένων και την πραγματική τους ανακούφιση, όχι από τα ποσά που ξοδεύονται


Πολλές φορές η συζήτηση γύρω από το κοινωνικό κράτος περιστρέφεται σε ένα νούμερο (ή τις παραλλαγές του): το ποσό που ξοδεύεται για κοινωνικές δαπάνες, είτε ως απόλυτος αριθμός είτε ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Ο αριθμός αυτός όμως δεν ανταποκρίνεται στην ωφέλεια που δέχονται αυτοί, προς τους οποίους το κοινωνικό κράτος θα έπρεπε να απευθύνεται - οι περισσότερο αδύναμοι, αυτοί που έχουν λιγότερες ευκαιρίες ανάδειξης, αυτοί που αντιμετωπίζουν σοβαρότερα προβλήματα.
Πρώτον, επειδή από τον αριθμό αυτό δεν προκύπτει ποιοι είναι οι ωφελούμενοι του κοινωνικού κράτους. Σε μία κατακερματισμένη κοινωνία, ωφελούμενοι είναι όχι οι περισσότερο αδύναμοι, αλλά κυρίως όσοι έχουν τις πολιτικές προσβάσεις, ώστε να εξασφαλίζουν κρατική στήριξη. Παράδειγμα: είναι αδύναμοι οι δημοσιογράφοι; Κι όμως, εξασφαλίζουν σύνταξη που πληρώνουν όλοι οι άλλοι. Αντιθέτως, ελεύθεροι επαγγελματίες, ακόμη και εάν έχουν ελάχιστο τζίρο, ακόμη κι έαν έχουν μεγάλες ζημίες, πρέπει να πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές με επαπειλούμενη τη φυλάκιση, εάν δεν τα καταφέρνουν. Και όλοι μαζί, από τους φόρους μας, πληρώνουμε ετήσια κρατική ενίσχυση 600.000.000 ευρώ προς τους συνταξιούχους της ΔΕΗ.
Δεύτερον, επειδή από τον αριθμό αυτό δεν προκύπτει πόσο στοιχίζει η διαχείριση του υποτιθέμενου κοινωνικού κράτους. Δηλαδή μισθοί, κτηριακές εγκαταστάσεις, ρεύμα, αναλώσιμα υλικά κ.λπ. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι πάνω από το 50% των ασφαλιστικών εισφορών καταλήγουν όχι σε αποθεματικό ή σε συντάξεις, αλλά σε λειτουργικές δαπάνες των αντίστοιχων ταμείων!
Επομένως, αύξηση των "κοινωνικών δαπανών" δεν συνεπάγεται, κατ' ανάγκην, και βελτίωση του κοινωνικού κράτους. Αντιστρόφως, μείωση ή εξορθολογισμός των δαπανών αυτών μπορεί να οδηγήσει και σε πολύ καλύτερες παροχές για τους ωφελουμένους.

2. Οι κοινωνικές παροχές δεν είναι υποχρεωτικό να παρέχονται από κρατικούς φορείς

Ένα απλό παράδειγμα: η κάλυψη της δαπάνης μιας εγχείρισης σε ιδιωτική κλινική είναι εξ ίσου "κοινωνική παροχή" με τη διενέργειά της σε κρατικό νοσοκομείο. Η παροχή κουπονιού προσχολικής αγωγής ομοίως, σε σχέση με τη φοίτηση σε κρατικό βρεφονηπιακό σταθμό. Με άλλα λόγια, μπορεί να συνυπάρχει η αγορά με τις κοινωνικές παροχές και η επιλογή του παρόχου των υπηρεσιών να γίνεται από τον ίδιο τον ωφελούμενο. Μεγάλο κράτος δεν σημαίνει αποτελεσματικό κράτος, σε πολλές περιπτώσεις η διασφάλιση της κοινωνικής παροχής από την πλευρά του κράτους μπορεί να γίνει είτε αποκλειστικά, είτε συμπληρωματικά διαμέσου της αγοράς. Κατά κανόνα, μάλιστα, η δυνατότητα επιλογής του παρόχου εκ μέρους του ωφελουμένου (άρα και κατεύθυνσης της κρατικής ενίσχυσης) οδηγεί σε ανταγωνισμό για την παροχή καλύτερων υπηρεσιών προς όφελος, εν τέλει, του δέκτη των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους.
Στο παραπάνω πλαίσιο, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα μπορεί να υποκαταστήσει μια σειρά από κοινωνικές παροχές εις είδος με πολύ μικρότερο κόστος και μεγαλύτερη ωφέλεια για τους δικαιούχους.

3. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ενιαίο κοινωνικό κράτος, καθώς έχουμε κατακερματισμένη κοινωνία με βάση παλιούς (συντεχνίες) και πρόσφατους (προνομιούχες ομάδες) διαχωρισμούς 



Δεν είναι λογικό το ύψος της ασφαλιστικής παροχής/ της υγειονομικής κάλυψης/ της σύνταξης να εξαρτάται πολύ περισσότερο από το επάγγελμα κάποιου παρά από τις εισφορές που έχει δώσει. Δεν είναι ηθικό να λειτουργούν ταμεία με διαφορετικό επίπεδο διαχείρισης των αποθεματικών τους και, σε πολλές περιπτώσεις, με ενίσχυση από το σύνολο της κοινωνίας διαμέσου των φόρων υπέρ τρίτων, καθ' όσον μάλιστα δεν είναι στην επιλογή του ασφαλισμένου σε ποιο ταμείο θα ενταχθεί, αλλά αυτό είναι νομοθετικώς καθορισμένο. Ειδικά οι φόροι υπέρ τρίτων είναι εκδήλωση ευνοιοκρατίας του συστήματος προς κοινωνικές ομάδες (δημοσιογράφοι, δικηγόροι, μηχανικοί) που μάλλον δεν έχουν και τόσο μεγάλη ανάγκη κοινωνικής υποστήριξης.

4. Η κατάργηση των προκλητικών προνομίων ορισμένων συντεχνιών είναι προϋπόθεση για την κοινωνική συνοχή και την αξιοπιστία του κοινωνικού κράτους


There's no such thing as a free lunch.



Τίποτε δεν είναι δωρεάν, το κοινωνικό κράτος το πληρώνουμε όλοι με τους φόρους μας. Ακόμη κι όσοι έχουν χαμηλό εισόδημα, το πληρώνουν στους φόρους κατανάλωσης (κυρίως ΦΠΑ), ενδεχομένως και σε φόρους επί της ακίνητης περιουσίας. Με ποιο ηθικό έρεισμα μπορεί κανείς να ζητεί από ένα εργάτη να πληρώνει 23% πιο ακριβό ένα ρούχο που θα πάρει, για να μπορεί το κράτος να εξακολουθεί να επιδοτεί τον κοινωνικό τουρισμό κάποιων; Όταν κάποια προνόμια, προς όφελος κυρίως μεσαίων εισοδηματούχων, γίνουν γνωστά, η κοινωνική συνοχή θα απειληθεί.


5. Η αλληλεγγύη των γενεών έχει αντικατασταθεί από ανταγωνισμό των γενεών (βαμπίρ και κανίβαλλοι, κατά Μίμη Ανδρουλάκη)

Το συνταξιοδοτικό σύστημα στη σημερινή, διανεμητική του μορφή καταρρέει. Οι προηγούμενες γενιές έταξαν γι' αυτές συντάξεις, τις οποίες δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει, ειδικά εν μέσω κρίσης, η παρούσα γενιά. Διανεμητικό σύστημα σημαίνει ότι δεν μπορεί να κάνει opt-out, έστω και προσωρινό, ένας επαγγελματίας που δεν μπορεί να συγκεντρώσει τις ασφαλιστικές του εισφορές - επειδή οι τελευταίες δεν αποταμιεύονται για τη δική του σύνταξη, αλλά είναι απαραίτητες για την καταβολή των τρεχουσών συντάξεων. Ένα τεράστιο μέρος του παραγόμενου πλούτου κατευθύνεται προς την καταβολή συντάξεων, τα δικαιώματα επί των οποίων δεν θεμελιώθηκαν ουσιαστικά σε εισφορές ούτε υπολογίσθηκαν (όπως έπρεπε κατά νόμο, από το 1992 κι εφ' εξής) με βάση κάποια αναλογιστική μελέτη, ώστε να διαφανεί η βιωσιμότητά τους, αλλά ορίσθηκαν αυθαίρετα από όσους επιθυμούσαν να διασφαλίσουν για τους ίδιους και τους προστατευομένους τους καλά γηρατειά. Άνθρωποι σε παραγωγική ηλικία, 45, 50, 55 ετών μπορούν να εξέρχονται της παραγωγικής διαδικασίας και να λαμβάνουν πλήρη σύνταξη - αντί να συμβάλλουν στις εισφορές, αρπάζουν τις παροχές.



Το σημερινό σύστημα δεν μπορεί να διορθωθεί, ούτε καν οι μεταρρυθμίσεις του 2010 που αναγνωρίζουν εν μέρει την πραγματικότητα είναι αρκετές. Χρειάζεται να ανατραπεί. Το κράτος να περιορίσει το ρόλο του στην παροχή σύνταξης με προνοιακό χαρακτήρα και η αναπλήρωση εισοδήματος, μετά τη συνταξιοδότηση, να αφεθεί σε ασφαλιστικά ταμεία που λειτουργούν με μεγαλύτερη ή μικρότερη εποπτεία. Η καθιέρωση της βασικής εθνικής σύνταξης με κατάργηση όλων των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών είναι πλέον μονόδρομος.





Πέντε σκέψεις για το ρόλο του κράτους και το κράτος που θέλουμε

Επιχειρώντας να συμβάλω στο διάλογο που ξεκίνησε στο συνεδριακό forum της Δράσης με το κείμενο του Κωνσταντίνου Αλεξάκου, παραθέτω κάποιες σκόρπιες σκέψεις για το πώς θέλω να είναι το κράτος και τι ρόλο θα πρέπει να παίζει.


1. Διαφάνεια


Το κράτος πρέπει να είναι προσιτό στον πολίτη. Όχι μόνο οι παροχές του, αλλά και ολόκληρη η λειτουργία του (με τις απαραίτητες, φυσικά, εξαιρέσεις για λόγους δημόσιας ασφάλειας ή προσωπικών δεδομένων άλλων πολιτών) πρέπει να είναι προσιτή. Τα δημόσια έγγραφα πρέπει να διατίθενται δωρεάν, το σύνολο της νομοθεσίας επίσης. Οι αποφάσεις των οργάνων της διοικήσεως πρέπει να δημοσιεύονται. Η διαβούλευση για τους νόμους να είναι δημόσια, όπως και οι προσκλήσεις για τη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού. Η διαφάνεια είναι sine qua non προϋπόθεση για τον πολιτικό και κοινωνικό έλεγχο των κρατικών λειτουργιών.

2. Το μέγεθος του κράτους δεν μετράει στην ποιότητα και την ποσότητα των παροχών, αλλά μόνο στις δαπάνες που προκαλεί και στα εμπόδια που θέτει

Μεγαλύτερο κράτος σημαίνει ακριβότερο κράτος, αλλά κατά κανόνα όχι αποτελεσματικότερο κράτος. Η διασφάλιση των παροχών του μπορεί να γίνει πολλές φορές από την αγορά (λ.χ. ανάθεση σε ιδιώτες της αποκομιδής απορριμμάτων, σύστημα κουπονιών εκπαίδευσης για την παιδεία) με καλύτερο αποτέλεσμα, μικρότερο κόστος και περισσότερο έλεγχο από τους δέκτες των υπηρεσιών, δηλαδή τους πολίτες. Κατά κανόνα, επίσης, ο αριθμός του προσωπικού είναι αντιστρόφως ανάλογος της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται (βλ. ΙΚΑ). Επιπλέον, τίποτε δεν είναι δωρεάν. Τα πάντα χρηματοδοτούνται από τους φόρους, όχι μόνο των πλουσίων, αλλά και των φτωχών. Είναι ηθικό ένας φτωχός απόφοιτος λυκείου να επιδοτεί, μέσω των φόρων του, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση του γόνου μιας πλούσιας οικογένειας; Κι όμως, η "δωρεάν" ανωτάτη παιδεία εκεί καταλήγει.

3. Ο κρατικός έλεγχος δεν ασκείται μόνο μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας σε ένα τομέα της οικονομίας

Χρειάζεται να έχουμε κρατική τηλεφωνική εταιρεία, για να διασφαλίζουμε ότι όλοι έχουν πρόσβαση σε τηλεφωνικό δίκτυο; Αν είναι έτσι, πώς καταφέρνουμε να εξυπηρετούνται οι άγονες γραμμές, χωρίς να έχουμε κρατική ναυτιλία; Η διασφάλιση ότι θα μας αποζημιώνουν οχήματα σε περίπτωση αυτοκινητιστικού ατυχήματος γίνεται με την υποχρέωση όλων των ιδιοκτητών να τα ασφαλίζουν σε ιδιωτικές εταιρείες - πώς θα ήταν η ζωή μας αν όλοι ήμασταν ασφαλισμένοι στο (κρατικό) Επικουρικό Κεφάλαιο; 

4. Οι πολίτες δεν είναι νήπια

Δεν χρειάζεται για κάθε τι να υπάρχει κρατική πιστοποίηση. Φανταζόσαστε να έπρεπε κάθε σπίτι να έχει κρατική πιστοποίηση ότι είναι άνετο; Ή κάθε παπούτσι να είχε επιθεωρηθεί από το Υπουργείο Εμπορίου, για να βεβαιωθεί ότι διαρκεί για τρία χρόνια; Εάν υπάρχει λειτουργικό δικαστικό σύστημα, το οποίο λύνει διαφορές που ανακύπτουν, πολλές από τις προληπτικές επεμβάσεις του κράτους καθίστανται περιττές. Επίσης, οι ιδιωτικές πιστοποιήσεις είναι πολλές φορές πολύ καλύτερες από τις κρατικές. Και, φυσικά, δεν είναι ανάγκη να "επιβάλλεται" πολιτισμός στους πολίτες μέσω της υποχρεωτικής εισφοράς στην ΕΡΤ ούτε να "προστατεύονται" από τυχόν δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται κοντά στις ημέρες των εκλογών. Λίγη παραπάνω εμπιστοσύνη στους ίδιους τους πολίτες δεν θα έκανε κακό.

5. Το κράτος υπάρχει για τους πολίτες, όχι για τους πολιτικούς και τους υπαλλήλους του

Αλλά ποια εμπιστοσύνη να δειχθεί στους πολίτες και για ποιο λόγο, εάν σκοπός του κράτους δεν είναι η εξυπηρέτηση των πολιτών, αλλά το βόλεμα των υπαλλήλων; Όταν τα σχολεία υπάρχουν για τους καθηγητές (και επομένως δεν "νοείται" να ληφθεί ένα μέτρο, που θα μειώσει την ανάγκη για νέες προσλήψεις), όταν τα ασφαλιστικά ταμεία υπάρχουν για τους υπαλλήλους τους (που αντιστέκονται με κάθε τρόπο στη συνένωσή τους), πώς θα μπορούσαμε να περιμένουμε διόρθωση της κατάστασης και πραγματική δικαιολόγηση του ρόλου του κράτους; Όσο πιο μεγάλο είναι το κράτος, τόσο περισσότερο αυξάνεται η δυνατότητα της πελατειακής/ ρουσφετολογικής αξιοποίησής του από τους πολιτικούς και τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση που δέχεται η πολιτική τάξη από τη γραφειοκρατία για διασφάλιση του ρόλου της, ακόμη και εις βάρος της κοινωνίας.

Κοντολογίς, θέλουμε ένα κράτος που με το μικρότερο δυνατό μέγεθος παρέχει καλύτερες και πιο στοχευμένες υπηρεσίες και ασκεί το ρόλο του με καινοτόμες μορφές λειτουργίας. Σέβεται την προσωπικότητα των πολιτών του και λειτουργεί αποκλειστικά προς όφελός τους.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Πούσαι, ρε Παπαδόπουλε! Ή κατά της των καθηγητών επιστρατεύσεως

Ας πούμε ότι μπορούσε να αποδειχθεί, με αδιάσειστα στοιχεία, ότι η χώρα ήταν καλύτερη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας: ότι υπήρχαν περισσότερες δουλειές, οι πολίτες είχαν περισσότερα χρήματα και ζούσαν πιο άνετα, υπήρχε ησυχία, τάξις και ασφάλεια. Απλώς δεν είχαν το δικαίωμα να εκφράζονται ελεύθερα ή να διαβάζουν την εφημερίδα που τους άρεσε ή να συμμετέχουν στην επιλογή της κυβέρνησης. Σιγά τα πράγματα, δηλαδή. Αν τα πράγματα επρόκειτο να είναι καλύτερα με τη δικτατορία, θα έπρεπε να αναφωνήσουμε "Πούσαι, ρε Παπαδόπουλε!", να αποζητούμε αυτές τις χρυσές εποχές, σωστά;

Όποιος απαντήσει όχι, ελπίζω να μην ανήκει σε όσους επικροτούν την απόφαση της κυβέρνησης για την πολιτική επιστράτευση των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης εν όψει των πανελλήνιων εξετάσεων. Η αναλογία στις δύο περιπτώσεις είναι τριπλή: ο σκοπός δεν αγιάζει πάντοτε τα μέσα, τα συνταγματικά δικαιώματα δεν μπορούν να καταλύονται με ευκολία και υπάρχει και στις δύο περιπτώσεις απολύτως σύννομη και σύμφωνη με το Σύνταγμα δυνατότητα για την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος.
Τι σημαίνει πολιτική επιστράτευση; Είναι όταν το κράτος υποχρεώνει κάποιον, χωρίς αυτός να έχει καμμία άλλη νομική υποχρέωση, να κάνει μια συγκεκριμένη εργασία. Δεν είναι κάτι τέτοιο σκλαβιά; Οπωσδήποτε είναι μορφή αναγκαστικής εργασίας, η οποία απαγορεύεται από το Σύνταγμα. Είναι δηλαδή ο θεσμός της πολιτικής επιστράτευσης αντισυνταγματικός; Όχι, όταν εφαρμόζεται σε εντελώς απρόβλεπτες και ακραίες περιπτώσεις, όπως επί παραδείγματι σε μια θεομηνία, όπου η αποτροπή κινδύνων κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας ανθρώπων μπορεί να γίνει μόνον εάν όλοι κάνουν κάποια συγκεκριμένη εργασία (λ.χ. αδειάζουν νερό σε μια πλημμύρα ή βοηθούν στην κατάσβεση μιας πυρκαϊάς που είναι πλησίον κατοικημένης περιοχής, από την οποία δεν μπορεί να γίνει απομάκρυνση των κατοίκων). Και πάντως δεν καθιερώθηκε ως μέτρο κατά των απεργιών.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνει ανεκτή από την Πολιτεία η απεργία σε περιόδους εξετάσεων; Ασφαλώς όχι! Αλλά υπάρχουν διαδικασίες που προβλέπονται στο δίκαιο ακριβώς για ν' αντιμετωπίζονται αυτά τα θέματα κανονικά. Σε αντίστοιχη απεργία των εργαζομένων στο μετρό είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση, η οποία κήρυσσε την απεργία παράνομη και καταχρηστική - αυτό σήμαινε ότι η συμμετοχή στην απεργία ήταν παράνομη πράξη και θα έπρεπε να οδηγήσει σε απόλυση τον παράνομο απεργό. Αυτή ήταν και η ενδεικνυόμενη οδός στην περίπτωση των καθηγητών. Όμως η μέθοδος αυτή έχει και ένα στάδιο ανάληψης ευθύνης από την ίδια την κυβέρνηση: αναλαμβάνει την ευθύνη να εφαρμόσει το νόμο και να υπογράψει απολύσεις. Και για να αποποιηθούν την ευθύνη αυτή διατάσσουν την πολιτική επιστράτευση, νίπτοντας τας χείρας τους για τη συνέχεια, καθώς τη διερεύνηση της ποινικής ευθύνης όσων δεν πειθαρχήσουν θα αναλάβει η δικαιοσύνη, ακολουθεί την εύκολη λύση.
Αν όμως συνταχθούμε με την εύκολη λύση, εάν η πολιτική επιστράτευση είναι η απάντηση σε κάθε απεργία, τότε καταλήγουμε η νομιμότητα μιας απεργίας να μη κρίνεται από τα Δικαστήρια, όπως θα έπρεπε, αλλά από την κυβέρνηση. Είτε μιλάμε για απεργία στο δημόσιο τομέα, είτε για απεργία στον ιδιωτικό τομέα, παρέχεται στην κυβέρνηση μια τεράστια εξουσία, η οποία έχει υφαρπαχθεί από τα δικαστήρια. Εάν μας ενδιαφέρει να υπάρχει το δικαίωμα απεργίας και η καταχρηστική άσκησή του να ελέγχεται από ένα αμερόληπτο φορέα, τότε έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να επικρίνουμε την πρόσφατη πολιτική επιστράτευση των εκπαιδευτικών. Αν, πάλι, είμαστε διατεθειμένοι να εκχωρήσουμε τις ατομικές μας ελευθερίες στην Πολιτεία, προκειμένου να έχουμε τάξη και ασφάλεια, ας αναφωνήσουμε κι εμείς: "Πούσαι, ρε Παπαδόπουλε!"

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Πληθυσμιακά κριτήρια στις καφετέριες ΤΩΡΑ!

Καθώς ο νέος Υπουργός Υποδομών και Δικτύων επιθυμεί τη ρύθμιση της αγοράς ταξί βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, πιστεύω ήρθε η ώρα να ρυθμίσουμε και την αγορά καφετέριας παρομοίως. Ο επισκέπτης της Αθήνας αλλά και των άλλων επαρχιακών πόλεων ενδεχομένως να παρατηρήσει πολλά ταξί στους δρόμους, σίγουρα όμως δεν θα διαφύγει της προσοχής του ότι σε κάθε γωνία, σε κάθε πλατειούλα, σε κάθε πεζοδρόμιο, υπάρχουν τραπεζάκια μιας καφετέριας, οι ιδιοκτήτες των οποίων κερδοσκοπούν έναντι αυτών που θέλουν να πιουν τον καφέ τους.

«Δεν πρόκειται να εφαρμόσουμε μια πολιτική του τύπου, ότι όποιος θέλει όποτε θέλει παίρνει μια άδεια ταξί», δήλωσε ο κ. Βορίδης, στοχεύοντας προφανώς στην προστασία του κοινωνικού συνόλου. Δεν μας εξηγεί όμως γιατί η αγορά καφετέριας αφήνεται αρύθμιστη. Γιατί «όποιος θέλει όποτε θέλει» μπορεί να ανοίξει καφετέρια, αλλά όχι να πάρει άδεια ταξί; Για ποιο λόγο η τιμή του καφέ διαμορφώνεται ελεύθερα από τους κερδοσκόπους και δεν ορίζεται και αυτή από το προστατευτικό χέρι του κράτους;

Πρόκειται περί προφανούς αδικίας που θα πρέπει άμεσα να διορθωθεί. Το αρμόδιο Υπουργείο θα πρέπει να ορίσει, βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, πόσες καφετέριες μπορούν να υπάρχουν ανά χίλιους κατοίκους και να χορηγεί τις αντίστοιχες άδειες. Κατόπιν, συνεκτιμώντας τη λιανική τιμή πώλησης καφέ, το μέσο ενοίκιο καφετέριας, το μέσο μεροκάματο, θα οριστεί ενιαία τιμή για κάθε τύπο καφέ (εσπρέσο, καπουτσίνο, φραπέ), ώστε να διασφαλιστεί ότι κανείς δεν κερδοσκοπεί. Να δούμε επιτέλους στις μικρές αγγελίες «πωλείται άδεια καφετέριας».

Όταν τελειώσουμε με τις καφετέριες, να πιάσουμε τους οδοντιάτρους. Έχουμε, λέει, πάρα πολλούς. Πρέπει να εξοριστούν τουλάχιστον οι μισοί. Α, και ενιαία τιμή σφραγίσματος γομφίου!

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Το αίτημα.

                            "ΚΡΑΤΟΣ  ΣΤΗΝ  ΕΛΛΑΔΑ"


Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Η ανατροπή της μαφίας

άρθρο του Γιώργου Μπιλίνη

Δεν υπάρχει Μαφία που θα αποφασίσει με δική της πρωτοβουλία να εγκαταλείψει τη δράση της (και τα έσοδα που απολαμβάνει) για να γίνει. . . ηθική. Η πολιτικοσυνδικαλιστική συμμορία που λυμαίνεται ό, τι παράγει με κόπο ένα ικανό τμήμα αυτής της χώρας, δεν υπάρχει περίπτωση να αυτοεξυγιανθεί ή να αυτοκαταργηθεί. Το παρασιτικό κρατικό μόρφωμα της μεταπολίτευσης (δημιούργημα πρωτίστως της δεκαετίας του '80, του πρώιμου Παπανδρεϊσμού) πάσχει από καθολικό καρκίνο, ο οποίος υφίσταται συνεχείς μεταστάσεις, σε όσα υγιή κύτταρα απομένουν να δίνουν τη προσωπική τους μάχη αντίστασης και επιβίωσης. Αποτελεί το σαράκι που κατατρώγει τις σάρκες της κοινωνίας, την οποία παράλληλα καταστρέφει ύπουλα, εθίζοντας τη στις εξαρτησιογόνες πατερναλιστικές, ανελεύθερες, ηγεμονικά διακινούμενες, αντιλήψεις.

Μία επιλογή έχουμε: ΝΑ ΤΟ ΣΑΡΩΣΟΥΜΕ!. Η Ελλάδα των γαλαζοπράσινων γκάγκστερς, των σκελετών του σταλινικού μουσείου και των άλλων επικίνδυνων & γραφικών ενοίκων της «πολυκατοικίας», πρέπει να ισοπεδωθεί και στη θέση της να οικοδομηθεί ένα σοβαρό δυτικοευρωπαϊκό κράτος. Ένα κράτος ορθολογικό, παραγωγικό, ανταγωνιστικό, πολιτισμένο, αξιοσέβαστο. Που δεν θα πελαγοδρομεί ανάμεσα σε μεσσιανισμούς (χριστιανισμός-ορθοδοξία-εκκλησία-θρησκεία, σοσιαλισμός-παρασιτισμός-αεργία). Που θα είναι σταθερά τοποθετημένο στα δυτικά πρότυπα ζωής, προσηλωμένο στις αρχές και τις αξίες του διαφωτισμού και της ελευθερίας, ενεργός συμμέτοχος και νουνεχής εταίρος των "Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης".

Τη λύση οφείλουμε να τη δώσουμε και θα τη δώσουμε εμείς, οι μέχρι σήμερα αμήχανοι πολίτες. Μερικές θορυβώδεις θλιβερές συντεχνίες και λίγοι κρατικοδίαιτοι άεργοι συνδικαλιστές διαλύουν καθημερινά τις ζωές μας. Είναι οι τελευταίοι σπασμοί του θηρίου. Γαντζωμένοι στα "κεκτημένα" προνόμια τους απειλούν να χύσουν αίμα και να αφανίσουν το σύμπαν, προκειμένου να μην τα απωλέσουν. Επιδίδονται σε μια ακόμη "διαπραγμάτευση" με τη Μαφία της εξουσίας, για να επιβεβαιώσουν-ανανεώσουν τη συνεργασία μαζί της και ομού να επιρρίψουν το σύνολο του κόστους της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής της οικονομίας επί των ώμων των πλέον αδυνάτων, εκείνων που δεν έχουν τα μέσα και τις δυνατότητες να πιέσουν ή να εκβιάσουν τη κοινωνία. Αυτοί που διαλύουν τη χώρα είναι ακριβώς αυτοί που επί δεκαετίες εισπράττουν τα λάφυρα της συνεργασίας. Και δεν ενδιαφέρονται για το επέκεινα. Αδιαφορούν εάν η διατήρηση των "κεκτημένων" θα ακυρώσει τη πενηντάχρονη πορεία της χώρας. (ΕΟΚ, ΕΕ, Ευρωζώνη). Όλοι οι υπόλοιποι, οι ορθολογιστές, οι νουνεχείς, οι παραγωγοί πλούτου, οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, εκείνοι που αντιλαμβάνονται τα δεδομένα και αγωνιούν για τη τύχη των μεταρρυθμίσεων και της πορείας της χώρας, τι κάνουμε; Στη χειρότερη περίπτωση αδρανούμε, στη καλύτερη σχολιάζουμε ειρωνικά και επικριτικά. Καιρός να δώσουμε διέξοδο. Καιρός να κάνουμε κι εμείς, η σιωπηλή πλειοψηφία, επίδειξη δύναμης. Ας συντονίσουμε τις κινήσεις μας, ας κηρύξουμε πανστρατιά, ας τους οχλήσουμε εκεί που καταλαβαίνουν. Εκατό, διακόσιες χιλιάδες πολίτες, ας γεμίσουμε το Σύνταγμα κι ας διαδηλώσουμε-επικοινωνήσουμε πολιτισμένα τα αιτήματα μας. Να ζητήσουμε την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, μέσω της άμεσης απομείωσης του κράτους και του στρατού κατοχής. Την αποχώρηση της μαφίας από τον επιχειρηματικό στίβο, μέσω της ιδιωτικοποίησης των πάντων. Τη παύση της δίωξης των συνεπών φορολογουμένων. Την αποτροπή της δήμευσης των περιουσιών μας, μέσω της συνεχούς φορολόγησης και της καταβολής μονίμου ετησίου ΕΝΟΙΚΙΟΥ για εξασφάλιση της διαμονής μας στις κατοικίες μας. Και κυρίως να διατρανώσουμε το αίτημα: ΦΤΑΝΕΙ. ΩΣ ΕΔΩ. ΣΗΜΕΡΑ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λιρέτα Εξαρχείων, Εσκούδο Αμπελοκήπων

(Ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας)

Από το κίνημα των αγανακτισμένων της περασμένης άνοιξης ξεπήδησε μια (επιτρέψτε μου την κακιά λέξη: φιλελεύθερη) ιδέα. Το ιδιωτικό νόμισμα. Στις απέραντες ώρες δημόσιας διαβούλευσης στα σπασμένα και χρυσοπληρωμένα μάρμαρα της Πλατείας Συντάγματος, κάποιοι πρότειναν να εισαχθεί ένα είδος νομίσματος, με το οποίο θα συναλλάσσονταν μεταξύ τους όσοι πολίτες επιθυμούσαν, αγοράζοντας και πουλώντας υπηρεσίες μεταξύ τους. Τα πλεονεκτήματα εμφανή: καμία συναλλαγή με το Κράτος, καμία φοροδοσία, κανένας δημόσιος υπάλληλος, κανένας έλεγχος. Εξαιρετική ιδέα! Και είδεν ο λαός ότι καλόν να λείπει το κράτος, ημέρα πρώτη.

Εισήχθη λοιπόν η Λιρέτα Εξαρχείων και οι πολίτες άρχισαν να συναλλάσσονται. Όλοι πήραν μια αρχική ποσότητα «νομίσματος» και τιμολογούσαν ελεύθερα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπορεύονταν. Όλα κυλούσαν ωραία και όλο και περισσότερος κόσμος ζητούσε να συμμετάσχει στο εγχείρημα. Σε κάποιους όμως μπήκε η ιδέα: ποιος εκδίδει το νέο νόμισμα που κυκλοφορεί; Και σε τι ποσότητες; Και σε ποιους το δίνει; Και ζητήθηκε διαφάνεια στη διαδικασία αυτή και ορίστηκε κάποιος υπεύθυνος να χειρίζεται αυτά τα θέματα και να λογοδοτεί. Του έδωσαν και ένα τραπέζι για να βάζει επάνω τα χαρτονομίσματα που εκδίδει και μοιράζει στους συμμετέχοντες, και για το λόγο αυτό τον ονόμασαν «Τράπεζα». Και είδεν ο λαός ότι χρήσιμον η Τράπεζα, ημέρα δευτέρα.

Μετά τα Εξάρχεια που εισήγαγαν τη Λιρέτα, οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων υιοθέτησαν το Εσκούδο. Ο υπεύθυνος έκδοσης όμως ήταν λίγο επιρρεπής σε παρασπονδίες και εξέδιδε μαζικά εσκούδα, τα οποία μοίραζε σε φίλους και γνωστούς, πιστεύοντας ότι δεν θα τον πάρει κανείς χαμπάρι. Όντως, κανείς δεν τον πήρε χαμπάρι, αλλά πολύ σύντομα κυκλοφορούσε τόσο χρήμα, που οι συμμετέχοντες τιμολογούσαν όλο και πιο ακριβά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσέφεραν, ενώ αυτοί που είχαν στα χέρια τους το «έξτρα» χρήμα, δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να το σκορπάνε με ευκολία. Το χειρότερο όμως ήταν ότι, ενώ μια Λιρέτα Εξαρχείων ανταλλάσσονταν στα ανταλλακτήρια του Κολωνακίου 1 προς 1, πολύ σύντομα έφτασε να αντιστοιχεί σε δύο Εσκούδα, οπότε και ο πονηρός Τραπεζίτης κατάλαβε ότι έκανε μια τρύπα στο νερό. Και είδεν ο λαός ότι χρήμα βγαίνει όταν παράγεις και όχι όταν το τυπώνεις, γιατί αλλιώς προκαλείται πληθωρισμός και υποτίμηση. Ημέρα τρίτη.

Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων είχαν την ιδέα να διοχετεύσουν το επιπλέον χρήμα σε κοινά έργα και πολιτικές. Εισήγαγαν και φόρο: όποιος συναλλασσόταν σε Εσκούδο, πλήρωνε 10% σε ένα κοινό ταμείο, από το οποίο πληρώνονταν αυτοί που τους μάζευαν, συν αυτοί που επιτηρούσαν τη δημόσια τάξη στους Αμπελόκηπους. Σύντομα συνέφερε περισσότερο να κόβεις βόλτα στην Πανόρμου και την Αλεξάνδρας και να πληρώνεσαι από το να σπας το κεφάλι σου να βρεις τι μπορεί να θέλει να αγοράσει κάποιος άλλος (και να σου παίρνουν και 10%). Αυτοί που έκοβαν βόλτα αυξάνονταν, κάποιοι που είχαν ωραίες ιδέες μετακόμισαν στα Εξάρχεια. Πλέον μια Λιρέτα Εξαρχείων αγόραζε τρία Εσκούδα Αμπελοκήπων. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, γιατί μειώνει την ανταγωνιστικότητα, προκαλεί φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδηγεί σε διολίσθηση. Ημέρα τετάρτη.

Ένας ταξιτζής στην πλατεία Εξαρχείων ξεκίνησε να δέχεται Λιρέτες. 2 το χιλιόμετρο. Άμεσα βρέθηκε δεύτερος που πρόσφερε κούρσα με 1,80. Εμφανίστηκε τρίτος με 1,70. Τέταρτος με 1,69 και δωρεάν μεταφορά αποσκευών. Ο πρώτος που ζητούσε δύο λιρέτες τις έκανε 1,68 και πρόσφερε και wi-fi στο όχημα. Σύντομα ένα σωρό ταξιτζήδες δέχονταν Λιρέτες με όλο και καλύτερους όρους σε όλο και καλύτερες τιμές. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων από την άλλη, επέτρεψαν σε 5 ταξιτζήδες να συναλλάσσονται σε Εσκούδα με τους παρακάτω όρους: να πληρώσουν 300 Εσκούδα προκαταβολικά στο κοινό ταμείο (που πλήρωνε αυτούς που έκαναν βόλτα στην Αλεξάνδρας), να βάψουν τα οχήματά τους κόκκινα και να έχουν κοινό τιμολόγιο 3 Εσκούδα το χιλιόμετρο. Βρέθηκαν 5 που υπολόγισαν ότι με 100 χιλιόμετρα ξεχρέωναν και μετά έχουν τρελό κέρδος. Σύντομα ένας σκέφτηκε ότι αντί να κυνηγάει το χιλιόμετρο, μπορεί να δώσει σε κάποιον την άδεια ζητώντας 500 Εσκούδα. Βρέθηκε ένας άνεργος και τα έδωσε, σύντομα και δεύτερος έδωσε 600, γιατί υπολόγισε και αυτός ότι με 200 χιλιόμετρα ξεχρεώνει και μετά έχει τρελό κέρδος. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων σύντομα διαπίστωσαν ότι τα ταξί ήταν ακριβά και βρόμικα και οι οδηγοί τους αγενείς και πλούσιοι, καθώς το κέρδος τους δεν ήταν τόσο από την πελατεία, όσο από την αγοραπωλησία αδειών που άνθιζε. Και είδεν ο λαός ότι κακόν το κλειστό επάγγελμα: διατηρεί υψηλές τιμές και κακή ποιότητα υπηρεσιών. Ημέρα πέμπτη.

Τα πράγματα στους Αμπελόκηπους χειροτέρευαν. Πολλοί μετακόμιζαν πλέον στα Εξάρχεια. Οι τηρούντες την τάξη με τις βόλτες τους έπρεπε να πληρωθούν, αλλά πλέον οι φόροι δεν ήταν αρκετοί. Έκτακτη συνέλευση αποφάσισε να αυξηθεί ο φόρος στο 20% και να συστηματοποιηθούν οι έλεγχοι. Με διπλό συντελεστή περίμεναν διπλά έσοδα, αλλά πλέον μετακόμιζαν τόσοι πολλοί στα Εξάρχεια, που η αύξηση στα έσοδα ήταν 3%, που μόλις επαρκούσε για την πρώτη ώρα πλαστής υπερωριακής βόλτας. Πλέον οι τηρούντες την τάξη έμπαιναν στα μαγαζιά και έλεγχαν κάθε συναλλαγή σε Εσκούδο, μην τυχόν και κάποιος δεν πληρώνει φόρο. Το να συναλλάσσεσαι σε Εσκούδα ήταν πλέον ανυπόφορο. Εκτός από το ότι σου έφευγε αυτόματα 20%, είχες να αντιμετωπίσεις και τη βία του ελεγκτή, που φυσικά ήθελε να βγάλει το μισθό του. Και το χειρότερο: για να περιοριστεί η ροή προς τα Εξάρχεια, η Συνέλευση αποφάσισε να την απαγορεύσει και να πληρώνει και 10 ροπαλοφόρους να επιτηρούν την απαγόρευση. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, καθώς οδηγεί σε βία. Και εκτίμησαν την ελευθερία μετακίνησης (ανοικτή κοινωνία) και οικονομικής δραστηριότητας (ελεύθερη αγορά). Ημέρα έκτη.

Την έβδομη μέρα οι ομάδες έκδοσης νομισμάτων μαζεύτηκαν πάλι στο Σύνταγμα. Το εγχείρημα έκδοσης νομίσματος τούς είχε διδάξει πολύ γρήγορα τι καλό είναι το λίγο Κράτος, σε τι χρησιμεύει μια τράπεζα, πόσο κακός είναι ο πληθωρισμός, η υποτίμηση, η υπερφορολόγηση, τα κλειστά επαγγέλματα, η κρατική βία.

Εξακολουθούσαν να είναι αγανακτισμένοι, αλλά πλέον για άλλους λόγους…