Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Αντιδράσεις - η κοινή λογική ως "πουκάμισο αδειανό" και οι συνεργασίες με διαφορετικά κόμματα

Δημοσιεύθηκε χθες στην "Καθημερινή" ένα αρκετά ειρωνικό άρθρο του κ. Παντελή Μπουκάλα σχετικά με την κίνησή μας. Δυστυχώς, εκτός από το ύφος του ήταν και σε αρκετά σημεία της ουσίας του ανακριβές. Έτσι, το άρθρο ξεκινά με ένα άσχετο παραλληλισμό μεταξύ της κοινής γνώμης και της κοινής λογικής, αμφισβητώντας την ύπαρξη της τελευταίας - και θεώρησε ότι αφού δεν υπάρχει καν "περί δικαίου αίσθημα" με καθολική ισχύ, δεν μπορεί να υπάρξει κοινή λογική. Αναφέρει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κοινός τρόπος σκέψης, δηλαδή κοινή λογική (κατά το άρθρο), για διάφορες κατηγορίες ανθρώπων, "για πλούσιους και φτωχούς, αριστερούς, δεξιούς και κεντρώους, ανατολικούς και δυτικούς, θρήσκους και μη". Επιπλέον, επικαλούμενος τις "μετακινήσεις σε κομματικούς χώρους οι οποίοι, θεωρητικά, δεν είχαν καμία σχέση με δικές τους [σημ.: αναφέρεται κυρίως στον κ. Στέφανο Μάνο] ιδέες", μετακινήσεις οι οποίες, κατά το συγγραφέα, δεν συνάδουν με την κοινή λογική, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ίδιοι οι θιασώτες της δεν την εφαρμόζουν. Τέλος, κρίνει, χωρίς άλλη σχέψη, μη-εθνικώς ορθή την απόφαση της "Δράσης" να στηρίξει (εφ' όσον επιτύχει κοινοβουλευτική υποστήριξη και δεν υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης) το κόμμα που θα έλθει πρώτο σε ψήφους.

Πόσα λάθη και ανακρίβειες (και σκόπιμες παραλείψεις) μπορούν να εμφιλοχωρήσουν σε ένα τόσο μικρό κείμενο; Και, μάλιστα, ανακρίβειες που μπορούν να χωρισθούν σε δύο κατηγορίες - σε ανακρίβειες περί την έννοια των λέξεων και όρων που χρησιμοποιούνται, καθώς και σε ανακρίβειες σε σχέση με την παρουσίαση των θέσεων ή πράξεων ή δηλώσεων άλλων.

Ξεκινώντας με την πρώτη κατηγορία, ας επισημάνουμε τι εννοούμε με "κοινή λογική" και ποιος είναι ο ρόλος της στη διαμόρφωση πολιτικών προτάσεων από την κίνησή μας. Ως κοινή λογική εννοούμε την εφαρμογή των προταγμάτων της λογικής, δηλαδή του ελέγχου των προτάσεων που κάνουμε βάσει των σχέσεων που η τυπική λογική μας παρέχει. Γιατί "κοινή"; Διότι ο έλεγχος αυτός θα μπορεί να γίνεται από οποιονδήποτε - θα παρουσιάζουμε μια πρόταση και θα προσπαθούμε, με λογικά επιχειρήματα που θα μπορεί ο καθένας να μπορεί να ελέγξει ως βάσιμα ή αβάσιμα, να πείσουμε ότι η εφαρμογή της θα οδηγήσει πράγματι στα αποτελέσματα που επιδιώκουμε. Δεν θα αναφερόμαστε σε αυθεντίες ούτε σε έννοιες συναισθηματικές ή μεταφυσικές για να πείσουμε (επαναλαμβάνω: ως προς την αποτελεσματικότητα των όσων προτείνουμε), για το λόγο αυτό και τα επιχειρήματά μας θα μπορούν να ελεγχθούν από τον καθένα που διαθέτει λογική σκέψη. Αυτό, όπως είναι προφανές, δεν έχει καμμία σχέση ούτε με κοινή γνώμη, ούτε με κοινό περί δικαίου αίσθημα - τα οποία δεν επικαλούμαστε. Δεν αναζητούμε, δηλαδή, την περισσότερο διαδεδομένη (κοινή) αντίληψη, για να την υιοθετήσουμε, όπως υπονοεί ο αρθρογράφος, αλλά τη λύση εκείνη, η οποία αντέχει στο βάσανο της λογικής - και δη, της κοινής, γιατί πεποίθησή μας είναι ότι όλοι οι ψηφοφόροι διαθέτουν τη λογική αυτή, απλώς η πολιτική συζήτηση δεν γίνεται κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορούν να τη χρησιμοποιούν.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όποιος χρησιμοποιεί την κοινή λογική πρέπει να αποδέχεται μια πρότασή μας, ακόμη κι εάν αποδεικνύεται ότι θα επιφέρει τα αποτελέσματα που ισχυριζόμαστε. Τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να μη συμπίπτουν με τις προτεραιότητες που θέτει κάθε ψηφοφόρος, μπορεί να μην τον καλύπτουν συναισθηματικά, ηθικά, φιλοσοφικά. Ο αρθρογράφος μας συγχέει, και μάλιστα εντελώς αναιτιολόγητα, την εφαρμογή της κοινής λογικής από τη διαφωνία ως προς το εάν τα αποτελέσματα των προτάσεών μας είναι επιθυμητά ή όχι. Δεν υπάρχει, δηλαδή, διαφορετική λογική για το δεξιό σε σχέση με τον αριστερό - για τον πλούσιο και τον φτωχό κ.λπ. Παράδειγμα: αν, ως κράτος, ξοδεύουμε περισσότερα από τα έσοδά μας, θα έχουμε έλλειμμα - η πρόταση αυτή δεν μπορεί να ελεγχθεί ως ψευδής ή να θεωρηθεί αληθής βάσει των πολιτικών κριτηρίων του καθενός: η λογική της συνοχή δεν μπορεί να ανατραπεί ανάλογα με το ποιος την εξετάζει. Επίσης: όσο μεγαλώνει το έλλειμμά μας, τόσο περισσότερο μειώνεται η πιστοληπτική ικανότητά μας και οι όροι δανεισμού καθίστανται περισσότερο δυσμενείς. Αυτή η πρόταση, επί παραδείγματι, δεν ισχύει για κάποιον φτωχό; Ή ισχύει η αλήθεια της περισσότερο για κάποιον κεντρώο ή για κάποιο δυτικό; Προφανώς όχι. Η σκόπιμη σύγχυση, εκ μέρους του αρθρογράφου, γίνεται ακριβώς στο σημείο αυτό: ταυτίζει ένα "κοινώς αποδεκτό τρόπο σκέψης" με την κοινή λογική, πράγμα το οποίο είναι σφάλμα - το ένα δεν έχει σχέση με το άλλο. Προφανώς και ένας άνθρωπος έχει διαφορετικές προτεραιότητες από έναν άλλο. Στο παράδειγμά μας, λ.χ., κάποιος που προέρχεται από την Αριστερά μπορεί να θεωρεί ότι αξίζει τον κόπο να επιβαρυνόμαστε με επιπλέον τόκους, όσο τα χρήματα αυτά, τα ποσά που δανειζόμαστε δηλαδή, χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία ενός κοινωνικού κράτους. Όμως η διαφορά αυτή στην εκτίμηση δεν είναι ζήτημα διαφορετικής κοινής λογικής, είναι ζήτημα πραγματικά διαφορετικού τρόπου σκέψης. Δεν μπορεί, δηλαδή, κανείς να αμφισβητήσει τη λογική λειτουργία των δύο πρώτων συμπερασμάτων (έσοδα < έξοδα = έλλειμμα, περισσότερο έλλειμα συνεπάγεται μικρότερη πιστοληπτική ικανότητα, η οποία με τη σειρά της συνεπάγεται δυσμενέστερους όρους δανεισμού), μπορεί όμως την πολιτική πρόταση που προκύπτει από αυτές (λ.χ. να μειωθούν κάποιες δαπάνες ή να αυξηθούν με κάποιον τρόπο τα έσοδα) να την εξετάσει, ως προς το αποτέλεσμά της, διαφορετικά. Είναι, επομένως, εντελώς διαφορετικό πράγμα ο "τρόπος σκέψης" (που περιλαμβάνει και πολλά άλλα στοιχεία) από την εφαρμογή της λογικής, για τον έλεγχο εάν κάποια πρόταση θα έχει τα αποτελέσματα που ισχυρίζεται αυτός που την κάνει.

Στη "Δράση", ειδικότερα, όσοι συμπράττουμε έχουμε διαπιστώσει ότι, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές μας καταβολές, συμφωνούμε στις λύσεις που θεωρούμε επιβεβλημένες. Εφαρμόζοντας την κοινή λογική, δηλαδή, ο καθένας από εμάς κατέληξε σε εν πολλοίς παρόμοια συμπεράσματα. Αυτός είναι και ο λόγος που άνθρωποι με διαφορετικό τρόπο σκέψης μπόρεσαν και συνέπεσαν: διαφορετικός τρόπος σκέψης δεν σημαίνει άρνηση της λειτουργίας της λογικής, πράγμα που αποδεικνύεται και από τη σύμπραξή μας αυτήν.

Από την άλλη, θεωρείται δεδομένο από τον αρθρογράφο ότι η κοινή λογική αντιτίθεται στη (διαδοχική) ένταξη σε διαφορετικά κόμματα. Φυσικά, με την πρόταση αυτή κατ' αρχην αποσιωπάται κάτι πολύ βασικό για τον κ. Μάνο (προς τον οποίον απευθύνεται η μομφή): ότι, μετά τη διαγραφή του από τη "Νέα Δημοκρατία" και την ίδρυση των "Φιλελευθέρων", δεν προσεχώρησε, δεν εντάχθηκε σε άλλο κόμμα. Συνεργάσθηκε εκλογικά με τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, διατηρώντας όμως σε κάθε περίπτωση την αυτονομία του. Οι συμπράξεις ήσαν αυτοτελείς και περιείχαν και προγραμματικές συμφωνίες. Ειδικά, μάλιστα, η σύμπραξη με το ΠΑΣΟΚ έγινε σε μια περίοδο, κατά την οποία ο (νεοεκλεγείς τότε) Πρόεδρός του παρουσίαζε ένα δυναμικό, αντικρατιστικό πρόσωπο και φάνταζε ως σοβαρή ελπίδα για μερική, τουλάχιστον, ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Όλοι ξέρουμε πλέον ότι οι ελπίδες εκείνες διαψεύσθηκαν, κατέρρευσαν υπό την πίεση της λαϊκιστικής βάσης του ΠΑΣΟΚ. Είναι όμως πολύ εύκολο κάποιος, φαινομενικά, να μας κατηγορήσει για καιροσκοπισμό, χωρίς να γνωρίζει ή να παραθέτει λεπτομέρειες εκείνων των συνεργασιών.

Επίσης, κατά τη συλλογιστική του αρθρογράφου, ένα κόμμα δεν αλλάζει ποτέ, αν συμφωνείς μαζί του μια φορά, πρέπει να συμφωνείς πάντοτε. Για όσους θεωρούσαν εαυτούς φιλελεύθερους, όμως, το περιβόητο συνέδριο της Χαλκιδικής, στο οποίο η Νέα Δημοκρατία (το 1994) αποκήρυξε το φιλελευθερισμό, μια οδυνηρή διάψευση της παραπάνω θέσης του αρθρογράφου τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τη Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από το ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του '80 - γι' αυτό και έλαβε ψήφους από διαφορετικούς κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους (χάνοντας, αντίστοιχα, πρώην παπανδρεϊκούς ψηφοφόρους προς όφελος του ΔΗΚΚΙ). Τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά ενός κόμματος είναι που καθορίζουν τις συνεργασίες με αυτό κάθε φορά. Επαναλαμβάνω και πάλι: δεν υπήρξε ένταξη, υπό την έννοια της αναλήψεως μιας δέσμευσης για μονιμότερη σύμπραξη, αλλά ad hoc εκλογικές συνεργασίες, αποδεκτές και από τις δύο πλευρές, με σαφώς οριοθετημένους όρους. Τώρα - το πώς η σύμπραξη αυτή δεν συνάδει με την κοινή λογική, ενώ η επ' άπειρον παραμονή στον ίδιο κομματικό χώρο, του οποίου τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά αλλοιώνονται και καθίστανται πλέον αποκρουστικά για κάποιους από εμάς, θα ήταν στάση σύμφωνη με την κοινή λογική, αυτό μόνον ο αρθρογράφος το ξέρει.

Τέλος, σαφής δέσμευση της νέας κίνησης, εάν αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, είναι να στηρίξει, για το σχηματισμό κυβερνήσεως, το κόμμα που θα αναδειχθεί πρώτο στις εκλογές - και αυτό θεωρείται από τον κ. Μπουκάλα καιροσκοπισμός. Ίσως να έχει ως πρότυπο "μικρού κόμματος" τη μονίμως αντιδραστική στάση των κομμάτων της ελάσσονος αντιπολιτεύσεως που προέρχονται από την Αριστερά - ίσως, κατά τη γνώμη του, ο μοναδικός ρόλος που πρέπει να παίζει ένα κόμμα με μικρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση να είναι αυτός της αντίδρασης. Εμείς όμως εδώ πέρα συγκεντρωθήκαμε με σκοπό να συμβάλουμε, κατά το δυνατόν, στην προώθηση μεταρρυθμίσεων, τις οποίες θεωρούμε εντελώς επείγουσες για τη χώρα. Η προώθησή τους δεν γίνεται με πορείες και καταλήψεις, αλλά (σ' ένα κοινοβουλευτικό σύστημα) με την επίτευξη κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και την υπερψήφισή τους από το Κοινοβούλιο, όπως και την εφαρμογή τους από τη Διοίκηση. Το πρώτο κόμμα θα είναι αυτό που θα έχει την προτίμηση της σχετικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Θα είναι μια ετυμηγορία που οφείλουμε να σεβόμαστε (δείγμα καιροσκοπισμού κατά τον κ. Μπουκάλα!). Επειδή θα είναι αυτό που θα έχει και την πλέον ρεαλιστική προοπτική να σχηματίσει κυβέρνηση, θα επιδιώκει, κατά πάσαν πιθανότητα, τη σύμπραξή μας (δεδομένου ότι τα υπόλοιπα κόμματα της ελάσσονος αντιπολιτεύσεως -πλην του Λα.Ο.Σ.- την έχουν αποκλείσει εκ των προτερων. Από την πλευρά μας, θα μπορούμε να "διαπραγματευθούμε" τη στήριξη αυτή όχι τόσο παζαρεύοντας υπουργεία ή υφυπουργεία (αν αυτός ήταν ο σκοπός μας θα είχαμε ενταχθεί στους κυρίαρχους σχηματισμούς), αλλά συμφωνώντας σε δεσμεύσεις για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις. Βέβαια, ήδη ο αρθρογράφος μας βάπτισε ως καιροσκοπική και ως αντίθετη με την κοινή λογικη την επιδίωξή μας, μέσω κυβερνητικών συνεργασιών, να υλοποιηθεί έστω και μέρος των μεταρρυθμίσεων που προτείνουμε. Το καλό με την κοινή λογική είναι, όπως αναφέραμε, ότι ο καθένας μπορεί να την χρησιμοποιήσει. Όποιος, λοιπόν, διαβάσει το άρθρο αυτό εις βάρος μας, ας σχηματίσει την έννοια του καιροσκοπισμού και ας εξετάσει ότι εντάσσονται σ' αυτήν οι ενέργειες και οι επιδιώξεις μας.

Κλείνοντας, όμως, δεν μπορώ να μην αναφέρω την απογοήτευσή μου, επειδή αρκετοί (μεταξύ τους και ο κ. Μπουκάλας), ενώ αντιμετωπίζουν μια κίνηση, στην οποία πρωτοστατούν άνθρωποι που έχουν καταθέσει σημαντικές, καινοτόμες και διορατικές προτάσεις και, πολύ περισσότερο, όταν είχαν την ευκαιρία και την αντίστοιχη κυβερνητική ευθύνη τις υλοποίησαν, επ' ωφελεία όλων μας, τα βάζουν όλα αυτά στην άκρη και σπεύδουν προκαταβολικά να αποκλείσουν οποιαδήποτε περαιτέρω και προσεκτικότερη εξέταση των όσων προτείνουμε - και όλα αυτά, χρησιμοποιώντας σοφιστείες και ανακρίβειες, όπως το χθεσινό άρθρο της "Καθημερινής".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας!