Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Ωδή στην ανελαστικότητα της αγοράς εργασίας

Τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ) ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να λάβει επειγόντως μέτρα εργασιακής "ευελιξίας", ως μεσομακροπρόθεσμο μέσο αντιμετώπισης του αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας και εγκατάστασης μιας σοβαρής ανταγωνιστικότητας, το Υπουργείο Εργασίας κατέθεσε προς ημερών στη Βουλή νομοσχέδιο, του οποίου οι ρυθμίσεις, στην πλειονότητά τους, βαίνουν κατά προφανή τρόπο προς αντίθετη κατεύθυνση.
Οι προτεινόμενες διατάξεις ασχολούνται με μια σειρά εργασιακών θεμάτων, τα περισσότερα των οποίων αφορούν σε θεσμούς ευελιξίας ή/και θεσμούς αντιμετώπισης οικονομικών δυσκολιών των επιχειρήσεων (μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία, εργαζόμενοι προσωρινής απασχόλησης, διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τηλεργασία, διαθεσιμότητα κ.ο.κ.). Αξιοσημείωτο είναι ότι με το νομοσχέδιο τροποποιούνται κατά κανόνα υφιστάμενοι κανόνες, σε τρόπο ώστε, σε μεγάλη έκταση και με περισσότερο ή λιγότερο εμφανή τρόπο, περιορίζονται ακόμη περισσότερο τα όσα (λίγα) στοιχεία "ευελιξίας" συναντώνται σήμερα στο ελληνικό εργατικό δίκαιο.

Κατ' αρχήν, με την επέμβαση που κάνει το νομοσχέδιο στο ζήτημα του χαρακτηρισμού της εργασιακής σχέσης ως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (δηλαδή ως μισθωτής εργασίας και άρα υπαγόμενης στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), επιδιώκεται να προστεθούν παραπάνω "ζύγια" στο τάσι της ζυγαριάς υπέρ της της εξάρτησης για κάθε εργασιακή σχέση που συμφωνείται να έχει διάρκεια πέραν των 3 μηνών.

Στη συνέχεια, το νομοσχέδιο περιέχει μια δέσμη ρυθμίσεων που αυστηροποιούν τις περί παροχής "μερικής απασχόλησης" και "εκ περιτροπής εργασίας" ισχύουσες ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα, στο εξής θα πρέπει οι συμφωνίες για την παροχή μερικής ή εκ περιτροπής εργασίας να γνωστοποιούνται στην επιθεώρηση εργασίας εντός της αφόρητα ασφυκτικής προθεσμίας των 8 ημερών (συμπεριλαμβανομένων και των μη εργασίμων). Διαφορετικά επικρέμαται το φόβητρο του χαρακτηρισμού των σχέσεων αυτών ως συμβάσεων "πλήρους απασχόλησης" (π.χ. ο εργαζόμενος θα εργάζεται 3 ώρες και θα απαιτεί αμοιβή για 8ωρο). Ακόμη όμως σοβαρότερες συνέπειες έχει η νέα διάταξη με την οποία, ενώ μέχρι σήμερα δεν προβλέπεται ανώτατο χρονικό όριο για τη χρησιμοποίηση εκ μέρους του εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας, το νομοσχέδιο επιτρέπει τη χρήση αυτής κατ' ανώτατο για ένα συνεχόμενο εξάμηνο. Πέραν αυτών, στην περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να παρέχεται εργασία για λιγότερες των 4 ωρών ημερησίως, το νομοσχέδιο καθιστά ακριβότερη για τις επιχειρήσεις τη χρήση της μερικής απασχόλησης (από ότι είναι σήμερα) και ταυτόχρονα, ενώ ο εργοδότης σήμερα μπορεί να αξιώνει από τον μερικώς εργαζόμενο να εργασθεί παραπάνω ώρες καταβάλλοντάς του το κανονικό ωρομίσθιο, με τη νέα ρύθμιση, η πρόσθετη αυτή εργασία αμείβεται κατά τρόπο ακατανόητο με προσαυξημένο κατά 10% ωρομίσθιο. Δηλαδή, μολονότι πρόκειται για πρόσθετες ώρες εργασίας που δεν οδηγούν στην υπέρβαση του ημερήσιου 8ώρου ή του εβδομαδιαίου 40ώρου, η πρόσθετη αυτή εργασία θα αντιμετωπίζεται στο εξής σαν "υπερεργασία" και θα έχει αυξημένο κόστος. Παραμένοντας στο πεδίο της "μερικής απασχόλησης", με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, κατά τρόπο ομοίως ακατανόητο, παρέχεται σε κάθε πλήρως απασχολούμενο (δηλαδή με 8ωρο) το δικαίωμα να απαιτεί από τον εργοδότη, όποτε το θελήσει, τη μετατροπή της απασχόλησής του από πλήρη σε μερική (δηλ. να δουλεύει με 4ωρο). Το χειρότερο είναι ότι, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, θα μπορεί επίσης ο πλήρως απασχολούμενος που ζήτησε και μετατράπηκε η εργασία του σε μερική απασχόληση, όποτε πάλι το επιθυμήσει να επανέρχεται και να αξιώνει την επάνοδό του σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, χωρίς αυτό το πήγαινε-έλα από πλήρη απασχόληση και τούμπαλιν να έχει τέλος. Πρόκειται για μια βίαιη και αντίθετη προς το Σύνταγμα παρέμβαση του νόμου στο δικαίωμα του επιχειρείν και είναι προφανές ότι θα δημιουργήσει οργανωτική και λειτουργική αναστάτωση στις επιχειρήσεις.

Σε ένα άλλο πεδίο εργασιακής ευελιξίας, αυτό της προσφυγής στη χρήση του θεσμού της "προσωρινής απασχόλησης", δηλαδή εύρεσης εργασίας μέσω των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης), με τις νέες προτεινόμενες ρυθμίσεις ουσιαστικά ο θεσμός αυτός περιθωριοποείται και χάνει τη λειτουργικότητά του. Συγκεκριμένα, με το νομοσχέδιο τίθεται για πρώτη φορά ως προϋπόθεση για την απασχόληση προσωπικού με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης η ύπαρξη έκτακτων, πρόσκαιρων ή εποχιακών αναγκών, που πρέπει να αναφέρονται ρητώς στην έγγραφη σχετική σύμβαση εργασίας. Όμως, με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται η Οδηγία 2008/104/ΕΚ, η οποία, αντιμετωπίζοντας την προσωρινή απασχόληση ως μέσον δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, θέτει ως βασικό σκοπό της τη διευκόλυνση προσφυγής των επιχειρήσεων στο θεσμό αυτό και όχι τη δημιουργία ανυπέρβλητων εμποδίων, όπως φαίνει ότι είναι η πρόθεση του νομοσχεδίου. Πέραν αυτών, προς την ίδια αντίληψη εξουδετέρωσης του θεσμού της προσωρινής απασχόλησης, το νομοσχέδιο καθιστά την αμοιβή της προσωρινής εργασίας ακριβότερη από ό,τι σήμερα, ενώ μειώνει την επιτρεπτή διάρκεια της παροχής προσωρινής απασχόλησης ενός εργαζόμενου σε έναν εργοδότη από 18 σε 12 συνεχόμενους μήνες. Στο πλαίσιο της ίδιας αντίληψης, η προτεινόμενη ρύθμιση διευρύνει επίσης τις εξαιρέσεις προσφυγής στο θεσμό αυτό, περιλαμβάνοντας και νέες περιπτώσεις περιορισμών, δίνοντας έτσι τη χαριστική βολή στη δυνατότητα των επιχειρήσεων να προσφεύγουν στη χρήση προσωπικού με καθεστώς προσωρινής απασχόλησης.

Παρέμβαση κάνει το νομοσχέδιο και στο θεσμό της "διαθεσιμότητας" δηλαδή στη δυνατότητα των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα να καταβάλουν στο προσωπικό τους τις μισές αποδοχές για ένα διάστημα μέχρι 3 μήνες ετησίως χωρίς να τους απασχολούν. Πρόκειται για ένα θεσμό που επιτυχώς ισχύει από το 1995 και έχει συμβάλει σημαντικά στη διάσωση πολλών επιχειρήσεων από το κλείσιμο και στη διατήρηση θέσεων εργασίας. Με την προτεινόμενη νέα ρύθμιση εισάγεται ένας ακατανόητος πρόσθετος σημαντικός περιορισμός: Η μία περίοδος διαθεσιμότητας πρέπει να απέχει από την άλλη τουλάχιστον 3 μήνες. Το παράλογο της νέας αυτής πρόβλεψης, μεταξύ άλλων, συνίσταται και στο ότι ενώ ένας εργοδότης μπορεί να κάνει εφάπαξ χρήση του συνόλου της τρίμηνης διαθεσιμότητας, στην περίπτωση, για παράδειγμα, που θέσει σε διαθεσιμότητα το προσωπικό του ένα μόνο μήνα, για να θέσει εκ νέου το προσωπικό σε διαθεσιμότητα για έναν ακόμη μήνα, θα πρέπει να περάσουν τρεις μήνες από την προηγούμενη χρήση του (στο μεταξύ η επιχείρηση έχει καταρρεύσει...). Τέλος, προς την κατεύθυνση πάντοτε της ανώφελης αυστηροποίησης του ισχύοντος καθεστώτος, το νομοσχέδιο εισάγει νέες ανύπαρκτες μέχρι σήμερα γραφειοκρατικές υποχρεώσεις των εργοδοτών που κάνουν χρήση του θεσμού της διαθεσιμότητας έναντι στου ΣΕΠΕ, του ΙΚΑ και του ΟΑΕΔ.

Πέραν αυτών, το νομοσχέδιο, ως μη όφειλε, ασχολείται και το ζήτημα της "τηλεργασίας", πράγμα που προκαλεί εύλογη απορία, αφού μόλις προ 4 ετών οι κοινωνικοί συνομιλητές σε εθνικό επίπεδο (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ κ.λ.π) συμφώνησαν να εισαχθεί στο εθνικό δίκαιο η ευρωπαϊκή "Συμφωνία για την τηλεργασία" (που σύναψαν την 19.7.2005 η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και οι τρεις οργανώσεις της ευρωπαϊκής εργοδοσίας). Έτσι, η συμφωνία αυτή, με τις κατάλληλες προσαρμογές, περιλήφθηκε στην ΕΓΣΣΕ 2006-2007 και ισχύει πλέον ως εθνικό δίκαιο. Είναι λοιπόν προφανές ότι επειδή το θέμα της τηλεργασίας το διαχειρίζονται οι κοινωνικοί συνομιλητές και το καλύπτουν αρτιότερα με την εισαγωγή της παραπάνω ευρωπαϊκής συμφωνίας, οι σχετικές ατελείς και αποσπασματικές περί τηλεργασίας προβλέψεις του νομοσχεδίου, μόνο για λόγους εντυπωσιασμού παρουσιάζονται, θεωρούμε μάλιστα σίγουρο ότι θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα επιλύσουν. Εξάλλου, σε κάποια σημεία που συναντώνται οι προτεινόμενες περί τηλεργασίας διατάξεις με τις περί τηλεργασίας ρυθμίσεις της ΕΓΣΣΕ 2006-2007, είτε τις αυστηροποιούν άνευ ιδιαίτερου λόγου (π.χ. εισάγεται υποχρέωση γνωστοποίησης των συνθηκών εργασίας του τηλεργαζόμενου από τον εργοδότη μέσα στην απίθανα σύντομη προθεσμία των 8 ημερών, ενώ η ρύθμιση της ΕΓΣΣΕ προβλέπει 30ήμερη σχετική προθεσμία), είτε βάζουν τα θεμέλια για τη δημιουργία ερμηνευτικών συγχύσεων και εργασιακών τριβών, όπως πιστεύουμε ότι θα προκαλέσει η πρόβλεψη από το νομοσχέδιο υποχρεωτικής περιόδου τρίμηνης προσαρμογής. Τέλος, και το σοβαρότερο, περιλαμβάνεται στη σχετική ρύθμιση μια απαράδεκτη και σίγουρα αντισυνταγματική διάταξη, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης οφείλει να φέρει σε επαφή τον τηλεργαζόμενο με τον εκπρόσωπο του συνδικάτου εντός δύο μηνών από τη σύναψη της σύμβασης τηλεργασίας, δηλαδή καθιστά τον εργοδότη dealer των συνδικαλιστικών οργανώσεων και με τον τρόπο αυτό, κατά τη γνώμη μου, παραβιάζεται κατάφορα τόσο η αρχή της μη παρέμβασης του εργοδότη στα εσωτερικά των συνδικάτων όσο και η αρνητική συνδικαλιστική ελευθερία των εργαζομένων.

Εξάλλου, μόνο θλίψη μπορεί να εκφράσει κανείς για τον τρόπο ενασχόλησης του νομοσχεδίου με τον επίσης σημαντικό θεσμό της "διευθέτησης του χρόνου εργασίας", δηλαδή την ευχέρεια να αυξομειώνεται, σύμφωνα με τις επιχειρηματικές ανάγκες, ο ημερήσιος χρόνος εργασίας των μισθωτών υπό την προϋπόθεση ότι ο χρόνος απασχόλησης εντός ενός ευρύτερου χρονικού διαστήματος (π.χ. 4 μήνες) κατά μέσο όρο να μην υπερβαίνει το εφαρμοζόμενο στην επιχείρηση εβδομαδιαίο 40ωρο. Ας σημειωθεί ότι πρόκειται για την τέταρτη κατά σειρά τροποποίηση των αρχικών σχετικών διατάξεων περί διευθέτησης του 1992, χωρίς ωστόσο με καμία από τις προηγούμενες ρυθμίσεις να έχει επιτευχθεί η ουσιαστική εφαρμογή του θεσμού. Έχουμε την πεποίθηση ότι ούτε με τη νέα προτεινόμενη ρύθμιση πρόκειται να αρθεί το βασικό αρνητικό χαρακτηριστικό των προηγουμένων ρυθμίσεων που είναι θέσπιση ενός άκαμπτου prokat συστήματος διευθέτησης, σε συνδυασμό με την αφόρητη πολυπλοκότητα της διαδικασίας εφαρμογής του. Για τους λόγους αυτούς, η μέχρι σήμερα χρησιμοποίηση της "διευθέτησης του χρόνου εργασίας" από τις επιχειρήσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτη (προφανώς γιατί είναι αντικειμενικά ανέφικτη), με συνέπεια να εξουδετερώνεται ένας σημαντικός θεσμός ευελιξίας. Δυστυχώς, όπως είπαμε, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αναιρεί σε τίποτε την τακτική της αυτοϋπονόμευσης των υποτιθέμενων νομοθετικών στόχων και δεν έχουμε παρά να αναμένουμε σύντομα την επόμενη -σε δουλειά να βρισκόμαστε - επαναρρύθμιση του θεσμού της διευθέτησης, εάν βεβαίως αυτή η κωμωδία (ή το δράμα) πρόκειται να ξαναπαιχτεί.

Είναι λοιπόν προφανές ότι με τις εισαχθείσες από την Κυβέρνηση προς υιοθέτηση στη Βουλή διατάξεις του σχετικού για τις εργασιακές σχέσεις νομοσχεδίου του Υπουργείου Εργασίας όχι μόνο δεν ενισχύονται οι ήδη μικρής αποτελεσματικότητας υφιστάμενοι θεσμοί εργασιακής ευελιξίας και αντιμετώπισης επιχειρηματικών δυσκολιών, αλλά αυστηροποιούνται ακόμη περισσότερο οι ισχύουσες διατάξεις και σε κάθε περίπτωση παγιώνεται η πολιτική της ανόρεκτης και προσχηματικής (για τα μάτια) υιοθέτησης των κατευθύνσεων και συστάσεων των διεθνών οικονομικών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ζητήματα αυτά.

Στο εύλογο ερώτημα εάν, με τις σημερινές συνθήκες οξύτατης οικονομικής κρίσης και εμφανούς και αδιαμφισβήτητου αδιεξόδου στο οποίο έχουν περιέλθει οι ελληνικές επιχειρήσεις, είναι η καταλληλότερη στιγμή για την οπισθοδρόμηση αυτή, τότε περιμένουμε να ακούσουμε τη σχετική επιχειρηματολογία του κ. Λοβέρδου στη Βουλή.

1 σχόλιο:

  1. Από ανθρώπους που δεν έχουν δουλέψει ποτέ, τι περίμενες;

    Ασχετο; Τι γίνετε ρε παιδιά με την Δράση;
    Ούτε φωνή ούτε ακρόαση......

    Μήπως γίνετε κάτι λάθος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γράψτε τη γνώμη σας!