Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Το πόθεν έσχες των βουλευτών

Την περασμένη εβδομάδα ήρθε στο φώς της δημοσιότητας το πόθεν έσχες των βουλευτών, νην και πρώην. Για άλλη μια χρονιά, με κουτσομπολίστικη διάθεση, τα μέσα μας ενημέρωσαν για τα περιουσιακά στοιχεία των αρχηγών των κομμάτων και επιλεγμένων βουλευτών χωρίς καν να συνοδεύσουν την είδηση με μια σύγκρισή τους με την περασμένη χρονιά, η ακόμα καλύτερα με τη χρονιά εισόδου τους στην βουλή.
Μια που η διαδικασία δεν είχε καμία έκπληξη, την προσοχή μου τράβηξε ένα χθεσινό σχετικό δημοσίευμα (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100049_26/09/2010_416431), σύμφωνα με το οποίο ανάμεσα στους νεοεκλεγέντες βουλευτές υπάρχουν κάποιοι που τα τελευταία 3 χρόνια προ της εκλογής τους ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας (4.800 ευρώ ετησίως). Λίγοι περισσότεροι τα κατάφερναν κάπως καλύτερα αλλά παρ’ όλα αυτά κάτω από το όριο του αφορολογήτου. Ένας καλοπροαίρετος, ανεξάρτητος, παρατηρητής μάλλον θα θαύμαζε το γεγονός και θα οδηγούταν στο συμπέρασμα «πόσο ανοιχτή είναι η Ελληνική κοινωνία και πολιτική, που πένητες καταφέρνουν να εκλεγούν σε δημόσια αξιώματα». Θα ζήταγε επίσης τις εμπειρίες τους και θα τις ανέβαζε σ’ ένα ιστολόγιο με τίτλο «Το βουλευτιλίκι και πώς να επιτύχετε την εκλογή σας με εισόδημα αντάξιο επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης». Εγώ πάλι, επειδή είμαι προκατειλημένος και κακοπροαίρετος, δε μπορώ να χωνέψω πώς υπάρχουν συμπολίτες μας που με εισόδημα 200-700 ευρώ το χρόνο μπορούν να καλύψουν τα έξοδα μιας προεκλογικής εκστρατείας σε οποιαδήποτε περιφέρεια. Τεράστια κληρονομιά; Φοροδιαφυγή; Ξέπλυμα μάυρου χρήματος; Αποδοχή «προεκλογικών χορηγιών»; Αυτές είναι οι πρώτες σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μου.
Οι δηλώσεις πόθεν έσχες υποτίθεται ότι εξετάζονται από επιτροπή στην οποία οι βουλευτές είναι πλειοψηφία αλλά συμμετέχουν κι αρκετοί ανεξάρτητοι. Δεν ξέρω αν η εν λόγω επιτροπή κρίνει ευνοϊκά τους εισοδηματικά ασθενέστερους πολίτες, που κατάφεραν να γίνουν βουλευτές, αλλά εάν ήμουν μέλος της ή μπορούσα να την επηρεάσω, θα ήθελα σίγουρα να κληθούν να δώσουν κάποιες εξηγήσεις οι εν λόγω κύριοι και πιο συγκεκριμένα πώς καταφέρναν και επιβίωναν (τουλάχιστον αυτοί με τα 400 ευρώ το μήνα και κάτω) και φυσικά που βρήκαν πόρους να χρηματοδοτήσουν μια επιτυχημένη προεκλογική εκστρατεία. Αλλά βέβαια εγώ δε μπορώ να επηρεάσω την επιτροπή…

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ο στρεβλός ρόλος του κράτους στην ανάπτυξη

Δυστυχώς, το κυβερνών κόμμα επιλέγει να επιβεβαιώνει το "σοσιαλιστικό" της ονομασίας του σε μια περίοδο, κατά την οποία έχει ήδη αποδειχθεί ως ολέθρια η κρατούσα κρατικιστική λογική. Το ότι η κυβέρνηση αναγκάζεται να κυνηγάει επενδύσεις με το ντουφέκι και να πανηγυρίζει με την επίτευξη μιας συμφωνίας, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η χώρα μας δεν είναι ελκυστική για επενδύσεις. Και αντί να διορθώσει τα κακώς κείμενα, που είναι αρκετά, αποφασίζει ότι πρέπει να ασκήσει ακόμη περισσότερο έλεγχο στην οικονομία, κάνοντας ό,τι χρειάζεται, για ν' αυξήσει τη συμμετοχή του στην Εθνική Τράπεζα. Με μεγάλη ανησυχία διαβάσαμε, στο σχόλιο του Μπάμπη Παπαδημητρίου στην "Καθημερινή", ότι ο ΟΑΕΕ, με τις τεράστιες ταμειακές ανάγκες και την αδυναμία, κατά καιρούς, να καταβάλλει τις συντάξεις του, προτίθεται να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής. Από την κίνηση αυτή είναι έκδηλες κάποιες από τις στρεβλώσεις που συνεπάγεται η κρατική συμμετοχή στην οικονομία, ειδικά στην παρούσα συγκυρία για την Ελλάδα, κάποιες από τις οποίες αναδεικνύει το ίδιο το σχολιο.

Κατ' αρχήν η ίδια η ανάγκη για διατήρηση οικονομικής εξουσίας, οικονομικού ελέγχου σ' ένα μεγάλο πιστωτικό ίδρυμα, οδηγεί την κυβέρνηση σε αποφάσεις, τις οποίες κανένας λογικός διαχειριστής δεν θα ελάμβανε. Ο ΟΑΕΕ και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία είναι καταχρεωμένα και, ενώ έχουν υποχρέωση κάθε μήνα να καταβάλλουν συντάξεις, φροντίζουν τα όποια αποθεματικά τους να τα επενδύουν και άρα να μην τα έχουν διαθέσιμα για την καταβολή των συντάξεων. Φυσικά, αυτό το κάνουν γνωρίζοντας ότι το κράτος θα έλθει και θα τους καλύψει τα ελλείμματα - ανεύθυνη διαχείριση στις πλάτες των φορολογουμένων. Ενδεχομένως να μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια κίνηση, εάν αποσκοπούσε σε κάποιο σημαντικό μέρισμα που θα απέδιδαν οι μετοχές αυτές στο μέλλον, το οποίο θα οδηγούσε σε αύξηση των πόρων του ταμείου. Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι παράλογο στην παρούσα συγκυρία, όπου η ανάγκη για ρευστότητα είναι τεράστια και τα οφέλη θα ήσαν, το πολύ-πολύ, μακροπρόθεσμα. 

Επίσης, κάποιος επενδυτής μπορεί να προχωρούσε σε μια τέτοια κίνηση, προσδοκώντας ότι η χρηματιστηριακή αξία της μετοχής, την οποία αγοράζει σε ελκυστική τιμή, θα ανεβεί σύντομα και θα μπορέσει να την μεταπωλήσει με σημαντικό κέρδος. Πρόκειται για μια κίνηση, την οποία κάποιος που διαχειρίζεται τα δικά του χρήματα θα μπορούσε να αναλάβει, ειδικά μάλιστα αν διαθέτει ρευστότητα, ώστε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να αργήσει η αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής χωρίς να χρειάζεται να προχωρήσει νωρίτερα σε πωλήσεις, προκειμένου να καλύψει άμεσες ανάγκες που έχει (δεν συζητάμε και για την οικονομική δυνατότητα να απορροφήσει τυχόν διάψευση της προσδοκίας του και αποτυχία της επένδυσης). Ότι ο ΟΑΕΕ δεν έχει ρευστότητα είναι προφανές και ότι το ρίσκο, για το λόγο αυτό, είναι τεράστιο, προκύπτει - και γίνεται, μάλιστα, με χρήματα των ασφαλισμένων.

Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, πρόκειται για μια κίνηση, την οποία ένας συνετός επενδυτής (εφ' όσον η οικονομική κατάστασή του ήταν παρόμοια με αυτήν του ΟΑΕΕ) δεν θα έκανε. Η κυβέρνηση, όμως, δέσμια των σοσιαλιστικών ιδεοληψιών της, όπως επισημαίνεται και στο σχόλιο του Μπάμπη Παπαδημητρίου, έχει καταστήσει σαφές ότι την ενδιαφέρει ένας ισχυρός κρατικός τραπεζικός πυλώνας. Ρισκάρει την οικονομική βιωσιμότητα του δεύτερου μεγαλύτερου ασφαλιστικού ταμείου της χώρας, για να μπορέσει να επιδιώξει τους ευγενείς, όπως θεωρεί, στόχους.

Φυσικά, πρόκειται για ένα ακόμη παράδειγμα των καταστροφικών αποτελεσμάτων που επιφέρει το κράτος, όταν επιχειρεί να δράσει ως επιχειρηματίας - γιατί, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται ποτέ να δράσει ως επιχειρηματίας, αλλά να εκμεταλλευθεί την ισχύ του (τη δυνατότητα να τρέχει απεριόριστα ελλείμματα, μέχρι πρότινος, και τη δυνατότητα να επιβάλλει σε πολλές περιπτώσεις τη βούλησή του νομοθετικά) και όχι το καλύτερο επίπεδο προϊόντων ή υπηρεσιών που παρέχει (με αποτέλεσμα να αυξάνονται και οι επιλογές του καταναλωτή, άρα επ' ωφελεία του), προκειμένου να έχει κερδοφορία. Και, βέβαια, το κράτος, διά της εισβολής του στην αγορά, παρέχει σε όσους συγκροτούν την κρατική γραφειοκρατία πολλές ευκαιρίες για περαιτέρω αύξηση της επιρροής τους - διορισμούς, χαριστικές πράξεις, ανάθεση προμηθειών κ.λπ. Κυρίως παρέχει την ευχέρεια για διαχείριση χρήματος που είναι, κατ' ουσίαν, δημόσιο, χωρίς όμως τους περιορισμούς που επιβάλλει το Δημόσιο Λογιστικό και άλλες νομοθετικές διατάξες.

Οι δυσμενείς επιπτώσεις για το δημόσιο συμφέρον, από την άλλη, είναι εμφανείς. Ήδη στο παράδειγμα του ΟΑΕΕ φαίνεται ότι τα αποθεματικά του κινδυνεύουν να μειωθούν σοβαρά. Είναι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο ο ΟΑΕΕ να μην μπορεί να καταβάλει συντάξεις, η κρατική επιχορήγηση να έχει φθάσει στα όρια που επιτρέπει το Μνημόνιο και να μην μπορεί να αυξηθεί, κι έτσι ο ΟΑΕΕ να υποχρεωθεί να πωλήσει βιαστικά και μαζικά μετοχές που απέκτησε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου σε τιμή, όπως είναι φυσικό, χαμηλότερη της τιμής που κατέβαλε για την αγορά τους.

Αλλά και ευρύτερα, όπως επισημαίνεται στο σχόλιο, η συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου από τον ΟΑΕΕ συνιστά αντίστοιχο αποκλεισμό ιδιωτών επενδυτών (και δη ξένων), οι οποίοι θα μπορούσαν, κατ' αυτόν τον τρόπο, να εισαγάγουν κεφάλαια στη χώρα μας. Δηλαδή με μια κίνηση το κράτος αυξάνει τα ελλείμματα ενός ήδη προβληματικού ασφαλιστικού ταμείου και εμποδίζει την είσοδο ξένων κεφαλαίων - και αυτά εν ονόματι της διατηρήσεως ενός ισχυρού κρατικού τραπεζικού πυλώνα!

Για να δούμε, όμως, πόσο σκόπιμη είναι η διατήρηση ενός κρατικού τραπεζικού πυλώνα; Αυτή απ' ευθείας συνεπάγεται ότι θα υπάρχει ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο δεν θα ενεργεί βάσει ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων - με άλλα λόγια, δεν θα κοιτά το συμφέρον του. Τίνος το συμφέρον θα κοιτά; Προφανώς (κατά τη σοσιαλιστική σοφία της κυβερνήσεως) θα προστατεύει τις μικρές επιχειρήσεις ή τους νοικοκυραίους, στους οποίους (φαντάζομαι ότι) θα χορηγεί στεγαστικά ή άλλα δάνεια με ευνοϊκούς όρους. Επίσης, ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες ή άλλους ευνοημένους του συστήματος (όπως έχει πράξει κατ' επανάληψιν στο παρελθόν η Εθνική). 

Μα δεν μπορούν οι κυβερνώντες να καταλάβουν ότι αν γίνεται κάτι τέτοιο, ακόμη και με όρους σχετικά χρηστής διαχείρισης (δηλαδή με "κοινωνικά κριτήρια"), αυτό θα συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό; Διότι οι ανταγωνίστριες τράπεζες δεν θα μπορούν να προχωρήσουν σε τόσο "ευνοϊκή" συμπεριφορά προς τις κοινωνικές ομάδες που θα κρίνει κάθε φορά προστατευτέες η κυβένρηση, γιατί δεν θα μπορούν να καλύψουν τυχόν ζημίες με αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου, με την ίδια ευκολία, με την οποία κάτι τέτοιο θα κάνει μια κρατική τράπεζα (μια διαταγή θα αρκεί και ταμεία, ή και το ίδιο το Δημόσιο, θα συμμετάσχει). Επίσης, το κράτος θα έχει διπλή ιδιότητα: αφ' ενός θα είναι παίκτης, αφ' ετέρου θα είναι και διαιτητής: θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιβάλλει νόμους, όπως οι ανεκδιήγητες ρυθμίσεις της Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, ανάλογα με τη συγκυρία και με κριτήριο και το όφελος της κρατικής τράπεζας εις βάρος των ανταγωνιστικών της κρατικών.

Έτσι, ο χρηματοοικονομικός τομέας, στον οποίο η χώρα μας είχε κάνει κάποια πρόοδο τα τελευταία χρόνια (με όλα τα ελαττώματα που αυτός είχε), καθίσταται και αυτός απωθητικός για σοβαρές ξένες επενδύσεις και για ουσιαστική κεφαλαιακή ενίσχυση. Γιατί να πάει κάποιος να εξαγοράσει, λ.χ., την Τράπεζα Πειραιώς (το παράδειγμα είναι τυχαίο), αποβλέποντας στο σημαντικό δίκτυο καταστημάτων της σε τιμή, η οποία θα αντανακλά και τα όποια προβλήματα κεφαλαιοποίησης έχει η Τράπεζα, εισάγοντας κεφάλαιο και εξυγιαίνοντάς την, όταν ξέρει ότι μπορεί δύο ημέρες μετά να εισαγάγει το κράτος μια νέα ρύθμιση, η οποία θα καθιστά τα δάνεια που έχει χορηγήσει η Τράπεζα ακόμη δυσκολότερα εισπράξιμα; Και, για να προλάβω τυχόν αντίρρηση ότι μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να επηρεάσει και την κρατική τράπεζα, επαναλαμβάνω ότι η κρατική τράπεζα, έχοντας πάντοτε άμεση πρόσβαση στο κρατικό θησαυροφυλάκιο, θα μπορεί πάντα να απορροφήσει τέτοιες απώλειες: θα αυξήσει το κράτος κατά άλλες δύο μονάδες τον ΦΠΑ και τα επιπλέον έσοδα θα τα βάλει ως συμμετοχή σε νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Όσο χοντροκομμένο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο, φοβάμαι ότι είναι πολύ ρεαλιστικό.

Δυστυχώς ο ορθολογισμός της κυβέρνησης, στο βαθμό που μέχρι στιγμής έχει αναδειχθεί (ειδικά συγκρινόμενος με την απίστευτη μπουρδολογία που διακρίνει την αξιωματική αντιπολίτευση), σταματά στις ιδεοληψίες της. Οι υπουργοί της έχουν κατά νου μια οικονομία, την οποία οι ίδιοι διευθύνουν σοφά, όπου οι επενδύσεις γίνονται με πρόσκληση (και αφού έχουν εκ των προτέρων κριθεί από την κυβέρνηση - όχι από την αγορά - επωφελείς) και με ανταλλάγματα (άλλος ένας παράγων που απομακρύνει πιθανές υγιείς ιδιωτικές επενδύσεις), όπου η οικονομική δραστηριότητα καθοδηγείται από ένα στιβαρό κρατικό τραπεζικό πυλώνα, ο οποίος παράλληλα συμβάλλει στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην προστασία των κοινωνικών ομάδων, τις οποίες η ανάλγητη αγορά αφήνει απ' έξω. Αυτό το μοντέλο δεν έχει πιάσει ποτέ. Φοβάμαι ότι δεν θα πιάσει ούτε και τώρα.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Αυτοί θα μας σώσουν από τη χρεωκοπία;

Ο κ. Ιωάννης Γαμβρίλης είναι πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, και σήμερα Πρόεδρος του ΕΤΑΑ, αλλά και Πρόεδρος της Τράπεζας Αττικής. Αντιπαρέρχομαι το κατά πόσον μπορεί ένας πολιτικός μηχανικός να διοικήσει ένα τεράστιο ασφαλιστικό Ταμείο και μια Τράπεζα (συγχρόνως) και προχωρώ σε μια μεγαλειώδη πρόταση που κατέθεσε:

Εν συντομία, σύμφωνα με την πρότασή του, παίρνουμε τα 6 δις ρευστά διαθέσιμα του ΕΤΑΑ και εξαγοράζουμε το 42% της Τράπεζας Αττικής που σήμερα κατέχει το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Έτσι, κατά την πρότασή του, «καλύπτεται ένας από τους βασικούς όρους του Μνημονίου που είναι να μπει «ζεστό» χρήμα στα ταμεία του δημοσίου για να περιοριστεί το έλλειμμα». Κατόπιν, αφού το ΕΤΑΑ θα κατέχει το 85% της Τράπεζας, η Τράπεζα εξαγοράζει άλλες μικρότερες, ώστε και να μεγαλώσει, αλλά και να μειωθεί το ποσοστό του ΕΤΑΑ στο 51%. Με αυτό τον τρόπο, και θα θεωρείται ιδιωτική επιχείρηση που διαπραγματεύεται στο ΧΑ, και στην ουσία θα είναι κρατική, αφού θα την κατέχει το ΕΤΑΑ. Και καταλήγει: «οπότε καλύπτεται και ο βασικός όρος του Μνημονίου που είναι ιδιωτικές επενδύσεις»...

Τα ρευστά διαθέσιμα του ΕΤΑΑ προέρχονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από τα δύο υγιή πρώην ανεξάρτητα Ταμεία που περιλαμβάνει: το Ταμείο Νομικών και το ΤΣΜΕΔΕ. Και τα δύο ήταν «υγιή», διότι στράγγιζαν την αγορά, το μεν πρώτο μέσω υποχρεωτικών εισφορών στις μεταβιβάσεις ακινήτων, συστάσεις εταιριών, κλπ, το δε δεύτερο από την επιβάρυνση της οικοδομικής/κατασκευαστικής δραστηριότητας. Τα χρήματα, λοιπόν, αυτά, έχουν προκύψει από τον παραλογισμό των φόρων υπέρ τρίτων, αυτόν ακριβώς που επιβαρύνει ολόκληρη την οικονομία και κάνει τα ΜΜΕ να απορούν πώς είναι δυνατόν να κοστίζει κάτι στην Ελλάδα ακριβότερα από ό,τι στη Γερμανία. Αντί λοιπόν να καταργήσουμε τον παραλογισμό των φόρων υπέρ τρίτων, ο κ. Πρόεδρος του ΕΤΑΑ ζητά να τα δώσουμε, εμμέσως, στο Κράτος («να μπει «ζεστό» χρήμα στα ταμεία του δημοσίου για να περιοριστεί το έλλειμμα») για να αγοράσουμε... μετοχές της Τράπεζας Αττικής! Και μετά, με το ωραίο τρικ που προτείνει, την κρατικοποίηση άλλων Τραπεζών, θα εμφανίσουμε ολόκληρο το κόλπο ως... ιδιωτική επένδυση!

Αυτοί οι άνθρωποι έχουν τοποθετηθεί σε καίριες θέσεις, με σκοπό να μας σώσουν από τη χρεωκοπία. Είναι περισσότερο από προφανές ότι όχι μόνο δεν περνάει από το μυαλό τους το πώς λειτουργεί η οικονομία και το τι ακριβώς πρέπει να γίνει, αλλά ότι εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους δημιουργικής λογιστικής, πώς δηλαδή θα συνεχίσουμε να κάνουμε τα πράγματα όσο στραβά τα κάναμε ως σήμερα, εμφανίζοντάς τα όμως στους άλλους ως εντυπωσιακά επιτεύγματα.

Κρατηθείτε, η προσγείωση θα είναι ανώμαλη!...

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Εμπόδια στην ανάπτυξη

Η κυβέρνηση το έχει πάρει απόφαση, ότι ο μόνος λόγος για τη δυλειτουργία της αγοράς είναι η έλλειψη ρευστότητας (έχει αναγγείλει τίποτε άλλο, εκτός από περισσότερα δάνεια στις επιχειρήσεις και καλύτερη αξιοποίηση του ΕΣΠΑ;) - και ότι η "μηχανή" της αγοράς θα λαδωθεί αποκλειστικά με κρατικό χρήμα. Θεωρούν αδιανόητο το ενδεχόμενο να εισρεύσει χρήμα από σοβαρούς ιδιώτες επενδυτές, να γίνουν ιδιωτικές επενδύσεις - και συνομιλεί με κρατικά funds, ετοιμάζοντας ειδική νομοθεσία για τεράστιου ύψους επενδύσεις. Δυστυχώς η κυβέρνηση δεν κάθισε καν να εξετάσει ποιοι παράγοντες της αγοράς είναι αποτρεπτικοί για επενδύσεις (μολονότι ένας από αυτούς, η γραφειοκρατία, φαίνεται να είναι στο νου της, αν κρίνουμε από τις προωθούμενες ρυθμίσεις για τις μεγάλες επενδύσεις), ώστε να δει πώς θα τους αντιμετωπίσει. Ποια είναι τα προβλήματα αυτά; Η παρακάτω απαρίθμηση είναι απλώς ενδεικτική:


Γραφειοκρατία - όχι μόνο για την έναρξη μιας επιχείρησης, αλλά και σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της, πάρα πολλοί φορείς του Δημοσίου έχουν τη δυνατότητα, επικαλούμενοι ένα δαιδαλώδες νομοθετικό πλαίσιο, να διακόψουν ουσιαστικά τη λειτουργία της. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι προθέσεις των γραφειοκρατών πολύ συχνά δεν είναι αγνές, δεν αφορούν καν την τήρηση των κανονισμών, αλλά αποσκοπούν στη λήψη αθέμιτων χρηματικών ανταλλαγμάτων.
Δικαστικό σύστημα - αυτό έχει δύο όψεις. Από τη μία, δεν υπάρχει αποτελεσματική δικαστική προστασία, καθώς οποιαδήποτε διαφορά, αστική ή διοικητική, επιλύεται μετά από πάρα πολλά χρόνια. Οι οφειλέτες ξέρουν ότι έχουν πολλές δυνατότητες να επιμηκύνουν το χρονικό διάστημα που απαιτείται, για να μπορέσουν οι πιστωτές τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, σε βαθμό που στο τέλος ένας συμβιβασμός για πολύ μικρό μέρος της απαιτήσεως να είναι προτιμότερος από μια χρονοβόρα δικαστική διαμάχη. Από την άλλη, μπορεί μια επένδυση να έχει εγκριθεί μετά τιμής και δόξης από τη Διοίκηση, ξεπερνώντας πολλά προβλήματα, και να έλθει μετά από πολλά χρόνια ένα δικαστήριο να την ακυρώσει. Οι επενδύσεις, δηλαδή, είναι στον αέρα στην πραγματικότητα για πάρα πολλά χρόνια, ακόμη και μετά την ολοκλήρωσή τους.
Εργασιακά - από τη μία τα πολύ υψηλά κόστη (στα οποία προστίθενται και τα απίθανα κόστη για την κοινωνική ασφάλιση, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος πηγαίνει σε λειτουργικά έξοδα του ΙΚΑ), από την άλλη η έλλειψη ελαστικότητας στις εργασιακές σχέσεις: πρακτικά δεν μπορούν αυτές να προσαρμοσθούν σε μια δυσμενή για τον εργοδότη συγκυρία (λ.χ. να μειωθεί το ωράριο). Επίσης, η απόλυση ενός εργαζομένου είναι πρακτικά πολύ δύσκολη, πολύ συχνά προσβάλλεται ως καταχρηστική (με πολύ ασαφή κριτήρια ως προς το τι συνιστά καταχρηστικότητα) και ο εργοδότης κινδυνεύει να πληρώνει μισθούς υπερημερίας για δουλειά που δεν παρασχέθηκε δύο ή τριών ετών (ή και παραπάνω).
Κρατικό μονοπώλιο σε κάποιες υπηρεσίες, τυπικό (παλαιότερα) ή ουσιαστικό (σήμερα) - ηλεκτρική ενέργεια, διυλιστήρια κ.λπ. Το κράτος μπορεί να αυξήσει τις τιμές για πολλά προϊόντα ή υπηρεσίες με μια απλή απόφαση του πολιτικού προϊσταμένου μιας ΔΕΚΟ. Επίσης, σε πολλούς τομείς της οικονομίας είναι αδύνατη η είσοδος νέων επενδυτών ή επιχειρηματιών λόγω είτε του υφισταμένου καθεστώτος (κλειστά επαγγέλματα), είτε της υπεροχής του κράτους στην αγορά, η οποία είχε στηθεί ενόσω το κράτος είχε και το τυπικό μονοπώλιο στη συγκεκριμένη αγορά (τηλεπικοινωνίες).
Φορολογία - εκτός της υψηλής φορολογίας στα μερίσματα, της φορολογίας της μεγάλης ακίνητης περιουσίας κ.λπ., το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συνεχείς μεταβολές, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα. Είναι σαφές ότι κάποιος υποψήφιος επενδυτής θα δίσταζε πάρα πολύ να επενδύσει, όταν το φορολογικό καθεστώς είναι τόσο αβέβαιο. Επίσης, οι έκτακτες εισφορές στις κερδοφόρες επιχειρήσεις ενισχύουν και το κλίμα κατά της επιχειρηματικότητας που επικρατεί στη χώρα μας. Ακόμη κι εάν μια επιχείρηση, με όσα προβλήματα αντιμετωπίζει, καταφέρει να είναι κερδοφόρα, θα έλθει το κράτος να την αρμέξει όσο μπορεί.
Ανομία - αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα. Παρατηρείται ανομία όχι μόνο στη λειτουργία της γραφειοκρατίας, αλλά κυρίως στην αναποτελεσματικότητα της προστασίας ακόμη και από πολύ εμφανείς παραβιάσεις των νόμων. Ο καθένας μπορεί να κάνει μια κατάληψη ή να κόψει την Ελλάδα στα δύο, κλείνοντας βασικές οδικές αρτηρίες, χωρίς ούτε να υφίσταται επιπτώσεις, ούτε να υπάρχει κάποιος μηχανισμός, ο οποίος θα αντιμετωπίσει την παρανομία ευθέως.

Αν θέλει, λοιπόν, η κυβέρνηση να αλλάξει το κλίμα και να αρχίσει να προσελκύει επενδυτές, υπάρχουν πράγματα που μπορεί να κάνει πολύ σοβαρά. Δυστυχώς, όμως, τα χρονικά περιθώρια για κάτι τέτοιο όλο και στενεύουν.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Η διαφήμιση του ΟΣΚ

Ξεφυλλίζοντας την περασμένη Κυριακή μια, ευρείας κυκλοφορείας, εφημερίδα προσπαθώντας να ενημερωθώ για τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ, την προσοχή μου τράβηξε μια τεράστια, ολοσέλιδη καταχώριση, στο κύριο σώμα της εφημερίδας, του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ). Η διαφήμιση πληροφορούσε τους αναγνώστες για το τι είναι ο ΟΣΚ, ποια η αποστολή του, που υπάγεται διοικητικά και τις τελευταίες πρωτοβουλίες που έχει πάρει για την αναδιάρθρωσή του καθώς και πληροφορίες για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών σε κτίριά του.
Αυτομάτως άρχισα να αναζητώ κάποιο καλό λόγο για τη σχετική καταχώριση. Ποιός ενδιαφέρεται να μάθει τι εστί ΟΣΚ και τι φοβερή αναδιάρθρωση εξελίσσεται στον οργανισμό; Γιατί είναι τόσο σημαντικό να ξέρουμε ότι ο ΟΣΚ έχει αγκαταστήσει 945kw φωτοβολταϊκών σε σχολικά κτίριά του; Γιατί χρειαζόμαστε όλες αυτές τις άχρηστες πληροφορίες;
Από την απορία, πέρασα στον εκνευρισμό, κάτι που δε μου αρέσει να συμβαίνει τις Κυριακές. Ποιος πληρώνει γι’ αυτή την καταχώρηση; (ακαδημαΙκό ερώτημα) Πόσο κόστισε; Ποιος αποφασίζει ότι ο καλύτερος τρόπος να βομβαρδίσει το κοινό με άχρηστες πληροφορίες είναι μέσω διαφήμησης σε κυριακάτικη εφημερίδα; Γιατί δεν επελέγει ο δυκτιακός χώρος του οργανισμού για να προβάλλει τέτοιου είδους πληροφορίες; Γιατί μια μονοπώλειακή εταιρεία κοινής ωφέλειας, που προσφέρει κοινωφελές έργο σε μια κοινωνία που έτσι κι αλλιώς είναι υποχρεωμένη να «αγοράσει» τις υπηρεσίες της έχει προϋπολογισμό διαφήμησης; Γιατί συμβαίνει αυτό όταν επιπλέον οι υπάλληλοί της έχουν υποστεί μείωση στις αποδοχές τους της τάξης του 20%; Γιατί δε μηδενίζουμε τον προϋπολογισμό διαφήμισης του ΟΣΚ και άλλων ΔΕΚΟ αντι να συζητάμε για επιπλεόν αύξηση των φόρων; Γιατί μια μη κερδοσκοπική εταιρεία ελεγχόμενη από το κράτος διαφημίζεται σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, ανεβάζοντας τη σχετική ζήτηση και κατ’ επέκταση τις τιμές, στερώντας διαφημιστικό χώρο από μια επιχείρηση που μπορεί να τον χρειάζεται περισσότερο; Είμαστε σίγουροι για την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός οργανισμού κεντρικού ελέγχου κατασκευής σχολικών κτιρίων όπως ο ΟΣΚ;
Σίγουρα υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα. Απαντήσεις να δούμε ποιος μπορεί να μας δώσει…