Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ο στρεβλός ρόλος του κράτους στην ανάπτυξη

Δυστυχώς, το κυβερνών κόμμα επιλέγει να επιβεβαιώνει το "σοσιαλιστικό" της ονομασίας του σε μια περίοδο, κατά την οποία έχει ήδη αποδειχθεί ως ολέθρια η κρατούσα κρατικιστική λογική. Το ότι η κυβέρνηση αναγκάζεται να κυνηγάει επενδύσεις με το ντουφέκι και να πανηγυρίζει με την επίτευξη μιας συμφωνίας, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η χώρα μας δεν είναι ελκυστική για επενδύσεις. Και αντί να διορθώσει τα κακώς κείμενα, που είναι αρκετά, αποφασίζει ότι πρέπει να ασκήσει ακόμη περισσότερο έλεγχο στην οικονομία, κάνοντας ό,τι χρειάζεται, για ν' αυξήσει τη συμμετοχή του στην Εθνική Τράπεζα. Με μεγάλη ανησυχία διαβάσαμε, στο σχόλιο του Μπάμπη Παπαδημητρίου στην "Καθημερινή", ότι ο ΟΑΕΕ, με τις τεράστιες ταμειακές ανάγκες και την αδυναμία, κατά καιρούς, να καταβάλλει τις συντάξεις του, προτίθεται να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής. Από την κίνηση αυτή είναι έκδηλες κάποιες από τις στρεβλώσεις που συνεπάγεται η κρατική συμμετοχή στην οικονομία, ειδικά στην παρούσα συγκυρία για την Ελλάδα, κάποιες από τις οποίες αναδεικνύει το ίδιο το σχολιο.

Κατ' αρχήν η ίδια η ανάγκη για διατήρηση οικονομικής εξουσίας, οικονομικού ελέγχου σ' ένα μεγάλο πιστωτικό ίδρυμα, οδηγεί την κυβέρνηση σε αποφάσεις, τις οποίες κανένας λογικός διαχειριστής δεν θα ελάμβανε. Ο ΟΑΕΕ και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία είναι καταχρεωμένα και, ενώ έχουν υποχρέωση κάθε μήνα να καταβάλλουν συντάξεις, φροντίζουν τα όποια αποθεματικά τους να τα επενδύουν και άρα να μην τα έχουν διαθέσιμα για την καταβολή των συντάξεων. Φυσικά, αυτό το κάνουν γνωρίζοντας ότι το κράτος θα έλθει και θα τους καλύψει τα ελλείμματα - ανεύθυνη διαχείριση στις πλάτες των φορολογουμένων. Ενδεχομένως να μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια κίνηση, εάν αποσκοπούσε σε κάποιο σημαντικό μέρισμα που θα απέδιδαν οι μετοχές αυτές στο μέλλον, το οποίο θα οδηγούσε σε αύξηση των πόρων του ταμείου. Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι παράλογο στην παρούσα συγκυρία, όπου η ανάγκη για ρευστότητα είναι τεράστια και τα οφέλη θα ήσαν, το πολύ-πολύ, μακροπρόθεσμα. 

Επίσης, κάποιος επενδυτής μπορεί να προχωρούσε σε μια τέτοια κίνηση, προσδοκώντας ότι η χρηματιστηριακή αξία της μετοχής, την οποία αγοράζει σε ελκυστική τιμή, θα ανεβεί σύντομα και θα μπορέσει να την μεταπωλήσει με σημαντικό κέρδος. Πρόκειται για μια κίνηση, την οποία κάποιος που διαχειρίζεται τα δικά του χρήματα θα μπορούσε να αναλάβει, ειδικά μάλιστα αν διαθέτει ρευστότητα, ώστε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να αργήσει η αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής χωρίς να χρειάζεται να προχωρήσει νωρίτερα σε πωλήσεις, προκειμένου να καλύψει άμεσες ανάγκες που έχει (δεν συζητάμε και για την οικονομική δυνατότητα να απορροφήσει τυχόν διάψευση της προσδοκίας του και αποτυχία της επένδυσης). Ότι ο ΟΑΕΕ δεν έχει ρευστότητα είναι προφανές και ότι το ρίσκο, για το λόγο αυτό, είναι τεράστιο, προκύπτει - και γίνεται, μάλιστα, με χρήματα των ασφαλισμένων.

Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, πρόκειται για μια κίνηση, την οποία ένας συνετός επενδυτής (εφ' όσον η οικονομική κατάστασή του ήταν παρόμοια με αυτήν του ΟΑΕΕ) δεν θα έκανε. Η κυβέρνηση, όμως, δέσμια των σοσιαλιστικών ιδεοληψιών της, όπως επισημαίνεται και στο σχόλιο του Μπάμπη Παπαδημητρίου, έχει καταστήσει σαφές ότι την ενδιαφέρει ένας ισχυρός κρατικός τραπεζικός πυλώνας. Ρισκάρει την οικονομική βιωσιμότητα του δεύτερου μεγαλύτερου ασφαλιστικού ταμείου της χώρας, για να μπορέσει να επιδιώξει τους ευγενείς, όπως θεωρεί, στόχους.

Φυσικά, πρόκειται για ένα ακόμη παράδειγμα των καταστροφικών αποτελεσμάτων που επιφέρει το κράτος, όταν επιχειρεί να δράσει ως επιχειρηματίας - γιατί, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται ποτέ να δράσει ως επιχειρηματίας, αλλά να εκμεταλλευθεί την ισχύ του (τη δυνατότητα να τρέχει απεριόριστα ελλείμματα, μέχρι πρότινος, και τη δυνατότητα να επιβάλλει σε πολλές περιπτώσεις τη βούλησή του νομοθετικά) και όχι το καλύτερο επίπεδο προϊόντων ή υπηρεσιών που παρέχει (με αποτέλεσμα να αυξάνονται και οι επιλογές του καταναλωτή, άρα επ' ωφελεία του), προκειμένου να έχει κερδοφορία. Και, βέβαια, το κράτος, διά της εισβολής του στην αγορά, παρέχει σε όσους συγκροτούν την κρατική γραφειοκρατία πολλές ευκαιρίες για περαιτέρω αύξηση της επιρροής τους - διορισμούς, χαριστικές πράξεις, ανάθεση προμηθειών κ.λπ. Κυρίως παρέχει την ευχέρεια για διαχείριση χρήματος που είναι, κατ' ουσίαν, δημόσιο, χωρίς όμως τους περιορισμούς που επιβάλλει το Δημόσιο Λογιστικό και άλλες νομοθετικές διατάξες.

Οι δυσμενείς επιπτώσεις για το δημόσιο συμφέρον, από την άλλη, είναι εμφανείς. Ήδη στο παράδειγμα του ΟΑΕΕ φαίνεται ότι τα αποθεματικά του κινδυνεύουν να μειωθούν σοβαρά. Είναι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο ο ΟΑΕΕ να μην μπορεί να καταβάλει συντάξεις, η κρατική επιχορήγηση να έχει φθάσει στα όρια που επιτρέπει το Μνημόνιο και να μην μπορεί να αυξηθεί, κι έτσι ο ΟΑΕΕ να υποχρεωθεί να πωλήσει βιαστικά και μαζικά μετοχές που απέκτησε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου σε τιμή, όπως είναι φυσικό, χαμηλότερη της τιμής που κατέβαλε για την αγορά τους.

Αλλά και ευρύτερα, όπως επισημαίνεται στο σχόλιο, η συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου από τον ΟΑΕΕ συνιστά αντίστοιχο αποκλεισμό ιδιωτών επενδυτών (και δη ξένων), οι οποίοι θα μπορούσαν, κατ' αυτόν τον τρόπο, να εισαγάγουν κεφάλαια στη χώρα μας. Δηλαδή με μια κίνηση το κράτος αυξάνει τα ελλείμματα ενός ήδη προβληματικού ασφαλιστικού ταμείου και εμποδίζει την είσοδο ξένων κεφαλαίων - και αυτά εν ονόματι της διατηρήσεως ενός ισχυρού κρατικού τραπεζικού πυλώνα!

Για να δούμε, όμως, πόσο σκόπιμη είναι η διατήρηση ενός κρατικού τραπεζικού πυλώνα; Αυτή απ' ευθείας συνεπάγεται ότι θα υπάρχει ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο δεν θα ενεργεί βάσει ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων - με άλλα λόγια, δεν θα κοιτά το συμφέρον του. Τίνος το συμφέρον θα κοιτά; Προφανώς (κατά τη σοσιαλιστική σοφία της κυβερνήσεως) θα προστατεύει τις μικρές επιχειρήσεις ή τους νοικοκυραίους, στους οποίους (φαντάζομαι ότι) θα χορηγεί στεγαστικά ή άλλα δάνεια με ευνοϊκούς όρους. Επίσης, ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες ή άλλους ευνοημένους του συστήματος (όπως έχει πράξει κατ' επανάληψιν στο παρελθόν η Εθνική). 

Μα δεν μπορούν οι κυβερνώντες να καταλάβουν ότι αν γίνεται κάτι τέτοιο, ακόμη και με όρους σχετικά χρηστής διαχείρισης (δηλαδή με "κοινωνικά κριτήρια"), αυτό θα συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό; Διότι οι ανταγωνίστριες τράπεζες δεν θα μπορούν να προχωρήσουν σε τόσο "ευνοϊκή" συμπεριφορά προς τις κοινωνικές ομάδες που θα κρίνει κάθε φορά προστατευτέες η κυβένρηση, γιατί δεν θα μπορούν να καλύψουν τυχόν ζημίες με αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου, με την ίδια ευκολία, με την οποία κάτι τέτοιο θα κάνει μια κρατική τράπεζα (μια διαταγή θα αρκεί και ταμεία, ή και το ίδιο το Δημόσιο, θα συμμετάσχει). Επίσης, το κράτος θα έχει διπλή ιδιότητα: αφ' ενός θα είναι παίκτης, αφ' ετέρου θα είναι και διαιτητής: θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιβάλλει νόμους, όπως οι ανεκδιήγητες ρυθμίσεις της Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, ανάλογα με τη συγκυρία και με κριτήριο και το όφελος της κρατικής τράπεζας εις βάρος των ανταγωνιστικών της κρατικών.

Έτσι, ο χρηματοοικονομικός τομέας, στον οποίο η χώρα μας είχε κάνει κάποια πρόοδο τα τελευταία χρόνια (με όλα τα ελαττώματα που αυτός είχε), καθίσταται και αυτός απωθητικός για σοβαρές ξένες επενδύσεις και για ουσιαστική κεφαλαιακή ενίσχυση. Γιατί να πάει κάποιος να εξαγοράσει, λ.χ., την Τράπεζα Πειραιώς (το παράδειγμα είναι τυχαίο), αποβλέποντας στο σημαντικό δίκτυο καταστημάτων της σε τιμή, η οποία θα αντανακλά και τα όποια προβλήματα κεφαλαιοποίησης έχει η Τράπεζα, εισάγοντας κεφάλαιο και εξυγιαίνοντάς την, όταν ξέρει ότι μπορεί δύο ημέρες μετά να εισαγάγει το κράτος μια νέα ρύθμιση, η οποία θα καθιστά τα δάνεια που έχει χορηγήσει η Τράπεζα ακόμη δυσκολότερα εισπράξιμα; Και, για να προλάβω τυχόν αντίρρηση ότι μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να επηρεάσει και την κρατική τράπεζα, επαναλαμβάνω ότι η κρατική τράπεζα, έχοντας πάντοτε άμεση πρόσβαση στο κρατικό θησαυροφυλάκιο, θα μπορεί πάντα να απορροφήσει τέτοιες απώλειες: θα αυξήσει το κράτος κατά άλλες δύο μονάδες τον ΦΠΑ και τα επιπλέον έσοδα θα τα βάλει ως συμμετοχή σε νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Όσο χοντροκομμένο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο, φοβάμαι ότι είναι πολύ ρεαλιστικό.

Δυστυχώς ο ορθολογισμός της κυβέρνησης, στο βαθμό που μέχρι στιγμής έχει αναδειχθεί (ειδικά συγκρινόμενος με την απίστευτη μπουρδολογία που διακρίνει την αξιωματική αντιπολίτευση), σταματά στις ιδεοληψίες της. Οι υπουργοί της έχουν κατά νου μια οικονομία, την οποία οι ίδιοι διευθύνουν σοφά, όπου οι επενδύσεις γίνονται με πρόσκληση (και αφού έχουν εκ των προτέρων κριθεί από την κυβέρνηση - όχι από την αγορά - επωφελείς) και με ανταλλάγματα (άλλος ένας παράγων που απομακρύνει πιθανές υγιείς ιδιωτικές επενδύσεις), όπου η οικονομική δραστηριότητα καθοδηγείται από ένα στιβαρό κρατικό τραπεζικό πυλώνα, ο οποίος παράλληλα συμβάλλει στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην προστασία των κοινωνικών ομάδων, τις οποίες η ανάλγητη αγορά αφήνει απ' έξω. Αυτό το μοντέλο δεν έχει πιάσει ποτέ. Φοβάμαι ότι δεν θα πιάσει ούτε και τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας!