Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Εσείς, θα μαζεύατε σκουπίδια για 35 χρόνια;

Με αφορμή την, πολλοστή, κρίση των σκουπιδιών που μαστίζει την Αθήνα θα ήθελα αγαπητοί αναγνώστες να σας κάνω μια ερώτηση:

Εσείς, θα θέλατε να μαζεύετε σκουπίδια για 30-35 χρόνια; Θα θέλατε η καθημερινότητά σας να είναι ένα συνεχές αλισβερίσι με κάδους απορριμμάτων, πεταμένες σακούλες, παράνομα παρκαρισμένα οχήματα και -σαν να μην έφταναν όλα αυτά- να έχετε και την κακοδιοίκηση του ελληνικού δημοσίου από πάνω σας, να σας τρίβεται στα μούτρα επί καθημερινής βάσης;

Ξέρω ότι κάποιοι, διαβάζοντας τα παραπάνω, προτρέχετε και πάτε να απαντήσετε όχι σε αυτό το ερώτημα που έθεσα αλλά σε αυτά που φαντάζεστε ότι θα γράψω στη συνέχεια. "Αν δεν τους άρεσε ας μην προσλαμβάνονταν", θέλετε να μου πείτε. "Δεν τους ανάγκασε κανείς να προσληφθούν στην Υπηρεσία καθαριότητας. Αν δεν τους αρέσει να παραιτηθούν!...". Εντάξει, δεκτά όλα αυτά, αλλά παρακαλώ, απαντήστε πρώτα στο ίδιο το ερώτημα και παρακολουθήστε το συλλογισμό μου:
Θα θέλατε να μαζεύετε σκουπίδια για 30-35 χρόνια της ζωής σας; Ξέρετε κάποιον από το περιβάλλον σας που θα ήθελε κάτι τέτοιο;

Υποθέτω πως η απάντηση είναι αρνητική, όσο καλές και αν είναι οι αμοιβές. Άρα, μάλλον συμφωνείτε ότι είναι κατ' αρχάς λογική και αναμενόμενη η τάση των εργαζομένων στις δημοτικές υπηρεσίες καθαριότητας να θέλουν να μεταταγούν σε άλλες υπηρεσίες. Αυτές οι μετατάξεις / τοποθετήσεις / μεταθέσεις (επιλέξτε όποιον όρο και όποια διαδικασία θέλετε) είναι που ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την υπερπληθώρα προσωπικού στους ελληνικούς δήμους. Οι προσληφθέντες στις υπηρεσίες καθαριότητας κινούν γη και ουρανό για να μεταταγούν σε άλλες υπηρεσίες με αποτέλεσμα οι θέσεις στην υπηρεσία καθαριότητας να μένουν κενές και έτσι οι Δημοτικές αρχές -πιθανώς έχοντας κι αυτές λερωμένη τη φωλιά τους και θέλοντας να εξασφαλίσουν τη σιωπή και τη συνενοχή του προσωπικού- "αναγκάζονται" να προσλάβουν νέο προσωπικό για να καλύψουν τα κενά που δημιουργούνται στον τομέα της καθαριότητας. Και μετά πάλι απ' την αρχή...

Γνωστά αυτά. Ακόμη δε κι αν αναγκάζονταν οι εργαζόμενοι να παραμείνουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία για την οποία προσελήφθησαν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι η απόδοσή τους θα έπεφτε με το χρόνο. Είτε λόγω δυσφορίας, είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω συνδυασμού παραγόντων που έχουν να κάνουν και με τις δυσκολίες της συγκεκριμένης εργασίας. Νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως η συγκεκριμένη εργασία δεν είναι για να γίνεται από το ίδιο άτομο για πάρα πολλά χρόνια, αλλά θα μπορούσε να είναι μια καλή (και σχετικώς καλά αμοιβόμενη) θέση για έναν άνθρωπο που αναζητά μια, σχετικώς, προσωρινή δουλειά, έως ότου μπορέσει να βρει κάτι καλύτερο.

Ως λύση στο φαύλο κύκλο προσλήψεων-μετατάξεων-προσλήψεων επελέγη η πρόσληψη προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Έλα όμως που η ελληνική εργατική νομοθεσία (και νομολογία) δείχνει άκαμπτη σε αυτόν το τομέα και ορίζει ότι οι "πάγιες και διαρκείς ανάγκες" πρέπει να καλύπτονται από προσωπικό με συμβάσεις αορίστου χρόνου... Και έτσι ανοίγει ένα παράθυρο για την επαναπρόσληψη / "μονιμοποίηση" ακόμη και αυτών των εργαζομένων που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Βλ. και εδώ.

Μπορεί εμείς να θεωρούμε ότι η ανωτέρω λογική είναι πλήρως... παράλογη. Μπορεί να εκπλησσόμεθα που η ελληνική νομοθεσία και τα ελληνικά δικαστήρια δεν μπορούν να κάνουν το διαχωρισμό ανάμεσα στην "πάγια και διαρκή ανάγκη" απ' τη μια, και "τον παράγοντα/φορέα που θα καλύψει αυτή την ανάγκη" απ' την άλλη. Είναι σαν να λέμε ότι επειδή η... θέση του προπονητή της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου είναι πάγια και διαρκής, θα πρέπει να καλύπτεται εφ' όρου -εργασιακής- ζωής από τον ίδιο προπονητή που πρώτος καπάρωσε τη θέση, και ο οποίος δεν θα μπορεί να απωλύεται αλλά μόνο να μετατάσσεται (π.χ. σε θέση φύλακα επαρχιακού εθνικού σταδίου). Ή, αν καταφέρουμε και επεκτείνουμε την τουριστική σεζόν ολόκληρο το χρόνο και οι σχετικές θέσεις πάψουν να είναι εποχικές, θα έχουμε μόνιμους, 65χρονους ναυαγοσώστες να εργάζονται στις παραλίες μας... Αλλά το τι εξυπνάδες λέμε και το τι πιστεύουμε εμείς ελάχιστη σημασία έχει εν προκειμένω. Σημασία έχει το τι λέει ο νόμος.

Άρα βρισκόμαστε ενώπιον ενός αδιεξόδου: Οι προσλαμβανόμενοι στις υπηρεσίες καθαριότητας του ελληνικού δημοσίου δεν επιτρέπεται να απωλυθούν και άρα ο αριθμός τους είναι μοιραίο διαρκώς να αυξάνεται. Η δε παραγωγικότητά τους είναι μοιραίο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, συνεχώς να φθίνει. Η μόνη λοιπόν διαφαινόμενη λύση είναι, πολύ απλά, οι εργαζόμενοι για την καθαριότητα των δήμων να μην έχουν καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου. Θα πρέπει η εκτέλεση της αποκομιδής απορριμμάτων και ανακυκλώσιμων υλικών να περάσει σε ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες θα υπογράφουν συμβόλαια με συγκεκριμένους όρους με τον κάθε δήμο. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να διερευνηθεί και η θεσμοθέτηση κάποιου είδους ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών που θα δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα και να ζητείται και η γνώμη των πολιτών για το ποιές εταιρείες κάνουν καλή δουλειά ή όχι, έτσι ώστε να εισάγεται και ένα επιπλέον στοιχείο διαφάνειας στην όλη διαδικασία.

Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι ο σχεδιασμός της διαχείρισης απορριμμάτων και ανακυκλώσιμων θα πρέπει να παραμείνει, αναβαθμιζόμενος, στον ίδιο το δήμο (ή μια ένωση δήμων) που θα έχει τη συγκεντρωτικη ευθύνη εντός των ορίων δικαιοδοσίας του και εντός των πλαισίων που ορίζει η νομοθεσία και θα είναι υπεύθυνος για να καθορίσει το κατάλληλο μείγμα μέτρων διαχείρισης απορριμμάτων και όλες τις σχετιζόμενες πολιτικές (μείωση παραγόμενου όγκου απορριμμάτων, ανακύκλωση, αποκομιδή, ΧΥΤΑ / ΧΥΤΥ ιδιόκτητο ή τρίτου, καύση, πυρόλυση ή όποια άλλη τεχνολογία, ωράρια και δρομολόγια λειτουργίας της αποκομιδής, κοινωνικά κριτήρια / bonus για την πρόσληψη ατόμων ευπαθών ομάδων, πολεοδομικά και διοικητικά μέτρα που σχετίζονται με τον τρόπο και το χώρο απόθεσης και συλλογής των απορριμμάτων κ.ο.κ.).

Κάπως έτσι, θα βγούμε από το φαύλο κύκλο των ετήσιων απεργιών ("λευκών", κόκκινων ή μαύρων) και θα μπορούμε σε πολύ λίγα χρόνια από τώρα να θυμόμαστε όλη αυτή τη δυσωδία που μας περιβάλλει ως μια κακή ανάμνηση. Διαφορετικά, θα έχουμε κάνει ένα ακόμη μπάλωμα, στα χιλιάδες μπαλώματα που απαρτίζουν το ξεφουσκωμένο μπαλόνι του ελληνικού δημοσίου.