Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Πληθυσμιακά κριτήρια στις καφετέριες ΤΩΡΑ!

Καθώς ο νέος Υπουργός Υποδομών και Δικτύων επιθυμεί τη ρύθμιση της αγοράς ταξί βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, πιστεύω ήρθε η ώρα να ρυθμίσουμε και την αγορά καφετέριας παρομοίως. Ο επισκέπτης της Αθήνας αλλά και των άλλων επαρχιακών πόλεων ενδεχομένως να παρατηρήσει πολλά ταξί στους δρόμους, σίγουρα όμως δεν θα διαφύγει της προσοχής του ότι σε κάθε γωνία, σε κάθε πλατειούλα, σε κάθε πεζοδρόμιο, υπάρχουν τραπεζάκια μιας καφετέριας, οι ιδιοκτήτες των οποίων κερδοσκοπούν έναντι αυτών που θέλουν να πιουν τον καφέ τους.

«Δεν πρόκειται να εφαρμόσουμε μια πολιτική του τύπου, ότι όποιος θέλει όποτε θέλει παίρνει μια άδεια ταξί», δήλωσε ο κ. Βορίδης, στοχεύοντας προφανώς στην προστασία του κοινωνικού συνόλου. Δεν μας εξηγεί όμως γιατί η αγορά καφετέριας αφήνεται αρύθμιστη. Γιατί «όποιος θέλει όποτε θέλει» μπορεί να ανοίξει καφετέρια, αλλά όχι να πάρει άδεια ταξί; Για ποιο λόγο η τιμή του καφέ διαμορφώνεται ελεύθερα από τους κερδοσκόπους και δεν ορίζεται και αυτή από το προστατευτικό χέρι του κράτους;

Πρόκειται περί προφανούς αδικίας που θα πρέπει άμεσα να διορθωθεί. Το αρμόδιο Υπουργείο θα πρέπει να ορίσει, βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, πόσες καφετέριες μπορούν να υπάρχουν ανά χίλιους κατοίκους και να χορηγεί τις αντίστοιχες άδειες. Κατόπιν, συνεκτιμώντας τη λιανική τιμή πώλησης καφέ, το μέσο ενοίκιο καφετέριας, το μέσο μεροκάματο, θα οριστεί ενιαία τιμή για κάθε τύπο καφέ (εσπρέσο, καπουτσίνο, φραπέ), ώστε να διασφαλιστεί ότι κανείς δεν κερδοσκοπεί. Να δούμε επιτέλους στις μικρές αγγελίες «πωλείται άδεια καφετέριας».

Όταν τελειώσουμε με τις καφετέριες, να πιάσουμε τους οδοντιάτρους. Έχουμε, λέει, πάρα πολλούς. Πρέπει να εξοριστούν τουλάχιστον οι μισοί. Α, και ενιαία τιμή σφραγίσματος γομφίου!

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Το αίτημα.

                            "ΚΡΑΤΟΣ  ΣΤΗΝ  ΕΛΛΑΔΑ"


Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Η ανατροπή της μαφίας

άρθρο του Γιώργου Μπιλίνη

Δεν υπάρχει Μαφία που θα αποφασίσει με δική της πρωτοβουλία να εγκαταλείψει τη δράση της (και τα έσοδα που απολαμβάνει) για να γίνει. . . ηθική. Η πολιτικοσυνδικαλιστική συμμορία που λυμαίνεται ό, τι παράγει με κόπο ένα ικανό τμήμα αυτής της χώρας, δεν υπάρχει περίπτωση να αυτοεξυγιανθεί ή να αυτοκαταργηθεί. Το παρασιτικό κρατικό μόρφωμα της μεταπολίτευσης (δημιούργημα πρωτίστως της δεκαετίας του '80, του πρώιμου Παπανδρεϊσμού) πάσχει από καθολικό καρκίνο, ο οποίος υφίσταται συνεχείς μεταστάσεις, σε όσα υγιή κύτταρα απομένουν να δίνουν τη προσωπική τους μάχη αντίστασης και επιβίωσης. Αποτελεί το σαράκι που κατατρώγει τις σάρκες της κοινωνίας, την οποία παράλληλα καταστρέφει ύπουλα, εθίζοντας τη στις εξαρτησιογόνες πατερναλιστικές, ανελεύθερες, ηγεμονικά διακινούμενες, αντιλήψεις.

Μία επιλογή έχουμε: ΝΑ ΤΟ ΣΑΡΩΣΟΥΜΕ!. Η Ελλάδα των γαλαζοπράσινων γκάγκστερς, των σκελετών του σταλινικού μουσείου και των άλλων επικίνδυνων & γραφικών ενοίκων της «πολυκατοικίας», πρέπει να ισοπεδωθεί και στη θέση της να οικοδομηθεί ένα σοβαρό δυτικοευρωπαϊκό κράτος. Ένα κράτος ορθολογικό, παραγωγικό, ανταγωνιστικό, πολιτισμένο, αξιοσέβαστο. Που δεν θα πελαγοδρομεί ανάμεσα σε μεσσιανισμούς (χριστιανισμός-ορθοδοξία-εκκλησία-θρησκεία, σοσιαλισμός-παρασιτισμός-αεργία). Που θα είναι σταθερά τοποθετημένο στα δυτικά πρότυπα ζωής, προσηλωμένο στις αρχές και τις αξίες του διαφωτισμού και της ελευθερίας, ενεργός συμμέτοχος και νουνεχής εταίρος των "Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης".

Τη λύση οφείλουμε να τη δώσουμε και θα τη δώσουμε εμείς, οι μέχρι σήμερα αμήχανοι πολίτες. Μερικές θορυβώδεις θλιβερές συντεχνίες και λίγοι κρατικοδίαιτοι άεργοι συνδικαλιστές διαλύουν καθημερινά τις ζωές μας. Είναι οι τελευταίοι σπασμοί του θηρίου. Γαντζωμένοι στα "κεκτημένα" προνόμια τους απειλούν να χύσουν αίμα και να αφανίσουν το σύμπαν, προκειμένου να μην τα απωλέσουν. Επιδίδονται σε μια ακόμη "διαπραγμάτευση" με τη Μαφία της εξουσίας, για να επιβεβαιώσουν-ανανεώσουν τη συνεργασία μαζί της και ομού να επιρρίψουν το σύνολο του κόστους της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής της οικονομίας επί των ώμων των πλέον αδυνάτων, εκείνων που δεν έχουν τα μέσα και τις δυνατότητες να πιέσουν ή να εκβιάσουν τη κοινωνία. Αυτοί που διαλύουν τη χώρα είναι ακριβώς αυτοί που επί δεκαετίες εισπράττουν τα λάφυρα της συνεργασίας. Και δεν ενδιαφέρονται για το επέκεινα. Αδιαφορούν εάν η διατήρηση των "κεκτημένων" θα ακυρώσει τη πενηντάχρονη πορεία της χώρας. (ΕΟΚ, ΕΕ, Ευρωζώνη). Όλοι οι υπόλοιποι, οι ορθολογιστές, οι νουνεχείς, οι παραγωγοί πλούτου, οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, εκείνοι που αντιλαμβάνονται τα δεδομένα και αγωνιούν για τη τύχη των μεταρρυθμίσεων και της πορείας της χώρας, τι κάνουμε; Στη χειρότερη περίπτωση αδρανούμε, στη καλύτερη σχολιάζουμε ειρωνικά και επικριτικά. Καιρός να δώσουμε διέξοδο. Καιρός να κάνουμε κι εμείς, η σιωπηλή πλειοψηφία, επίδειξη δύναμης. Ας συντονίσουμε τις κινήσεις μας, ας κηρύξουμε πανστρατιά, ας τους οχλήσουμε εκεί που καταλαβαίνουν. Εκατό, διακόσιες χιλιάδες πολίτες, ας γεμίσουμε το Σύνταγμα κι ας διαδηλώσουμε-επικοινωνήσουμε πολιτισμένα τα αιτήματα μας. Να ζητήσουμε την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, μέσω της άμεσης απομείωσης του κράτους και του στρατού κατοχής. Την αποχώρηση της μαφίας από τον επιχειρηματικό στίβο, μέσω της ιδιωτικοποίησης των πάντων. Τη παύση της δίωξης των συνεπών φορολογουμένων. Την αποτροπή της δήμευσης των περιουσιών μας, μέσω της συνεχούς φορολόγησης και της καταβολής μονίμου ετησίου ΕΝΟΙΚΙΟΥ για εξασφάλιση της διαμονής μας στις κατοικίες μας. Και κυρίως να διατρανώσουμε το αίτημα: ΦΤΑΝΕΙ. ΩΣ ΕΔΩ. ΣΗΜΕΡΑ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λιρέτα Εξαρχείων, Εσκούδο Αμπελοκήπων

(Ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας)

Από το κίνημα των αγανακτισμένων της περασμένης άνοιξης ξεπήδησε μια (επιτρέψτε μου την κακιά λέξη: φιλελεύθερη) ιδέα. Το ιδιωτικό νόμισμα. Στις απέραντες ώρες δημόσιας διαβούλευσης στα σπασμένα και χρυσοπληρωμένα μάρμαρα της Πλατείας Συντάγματος, κάποιοι πρότειναν να εισαχθεί ένα είδος νομίσματος, με το οποίο θα συναλλάσσονταν μεταξύ τους όσοι πολίτες επιθυμούσαν, αγοράζοντας και πουλώντας υπηρεσίες μεταξύ τους. Τα πλεονεκτήματα εμφανή: καμία συναλλαγή με το Κράτος, καμία φοροδοσία, κανένας δημόσιος υπάλληλος, κανένας έλεγχος. Εξαιρετική ιδέα! Και είδεν ο λαός ότι καλόν να λείπει το κράτος, ημέρα πρώτη.

Εισήχθη λοιπόν η Λιρέτα Εξαρχείων και οι πολίτες άρχισαν να συναλλάσσονται. Όλοι πήραν μια αρχική ποσότητα «νομίσματος» και τιμολογούσαν ελεύθερα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπορεύονταν. Όλα κυλούσαν ωραία και όλο και περισσότερος κόσμος ζητούσε να συμμετάσχει στο εγχείρημα. Σε κάποιους όμως μπήκε η ιδέα: ποιος εκδίδει το νέο νόμισμα που κυκλοφορεί; Και σε τι ποσότητες; Και σε ποιους το δίνει; Και ζητήθηκε διαφάνεια στη διαδικασία αυτή και ορίστηκε κάποιος υπεύθυνος να χειρίζεται αυτά τα θέματα και να λογοδοτεί. Του έδωσαν και ένα τραπέζι για να βάζει επάνω τα χαρτονομίσματα που εκδίδει και μοιράζει στους συμμετέχοντες, και για το λόγο αυτό τον ονόμασαν «Τράπεζα». Και είδεν ο λαός ότι χρήσιμον η Τράπεζα, ημέρα δευτέρα.

Μετά τα Εξάρχεια που εισήγαγαν τη Λιρέτα, οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων υιοθέτησαν το Εσκούδο. Ο υπεύθυνος έκδοσης όμως ήταν λίγο επιρρεπής σε παρασπονδίες και εξέδιδε μαζικά εσκούδα, τα οποία μοίραζε σε φίλους και γνωστούς, πιστεύοντας ότι δεν θα τον πάρει κανείς χαμπάρι. Όντως, κανείς δεν τον πήρε χαμπάρι, αλλά πολύ σύντομα κυκλοφορούσε τόσο χρήμα, που οι συμμετέχοντες τιμολογούσαν όλο και πιο ακριβά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσέφεραν, ενώ αυτοί που είχαν στα χέρια τους το «έξτρα» χρήμα, δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να το σκορπάνε με ευκολία. Το χειρότερο όμως ήταν ότι, ενώ μια Λιρέτα Εξαρχείων ανταλλάσσονταν στα ανταλλακτήρια του Κολωνακίου 1 προς 1, πολύ σύντομα έφτασε να αντιστοιχεί σε δύο Εσκούδα, οπότε και ο πονηρός Τραπεζίτης κατάλαβε ότι έκανε μια τρύπα στο νερό. Και είδεν ο λαός ότι χρήμα βγαίνει όταν παράγεις και όχι όταν το τυπώνεις, γιατί αλλιώς προκαλείται πληθωρισμός και υποτίμηση. Ημέρα τρίτη.

Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων είχαν την ιδέα να διοχετεύσουν το επιπλέον χρήμα σε κοινά έργα και πολιτικές. Εισήγαγαν και φόρο: όποιος συναλλασσόταν σε Εσκούδο, πλήρωνε 10% σε ένα κοινό ταμείο, από το οποίο πληρώνονταν αυτοί που τους μάζευαν, συν αυτοί που επιτηρούσαν τη δημόσια τάξη στους Αμπελόκηπους. Σύντομα συνέφερε περισσότερο να κόβεις βόλτα στην Πανόρμου και την Αλεξάνδρας και να πληρώνεσαι από το να σπας το κεφάλι σου να βρεις τι μπορεί να θέλει να αγοράσει κάποιος άλλος (και να σου παίρνουν και 10%). Αυτοί που έκοβαν βόλτα αυξάνονταν, κάποιοι που είχαν ωραίες ιδέες μετακόμισαν στα Εξάρχεια. Πλέον μια Λιρέτα Εξαρχείων αγόραζε τρία Εσκούδα Αμπελοκήπων. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, γιατί μειώνει την ανταγωνιστικότητα, προκαλεί φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδηγεί σε διολίσθηση. Ημέρα τετάρτη.

Ένας ταξιτζής στην πλατεία Εξαρχείων ξεκίνησε να δέχεται Λιρέτες. 2 το χιλιόμετρο. Άμεσα βρέθηκε δεύτερος που πρόσφερε κούρσα με 1,80. Εμφανίστηκε τρίτος με 1,70. Τέταρτος με 1,69 και δωρεάν μεταφορά αποσκευών. Ο πρώτος που ζητούσε δύο λιρέτες τις έκανε 1,68 και πρόσφερε και wi-fi στο όχημα. Σύντομα ένα σωρό ταξιτζήδες δέχονταν Λιρέτες με όλο και καλύτερους όρους σε όλο και καλύτερες τιμές. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων από την άλλη, επέτρεψαν σε 5 ταξιτζήδες να συναλλάσσονται σε Εσκούδα με τους παρακάτω όρους: να πληρώσουν 300 Εσκούδα προκαταβολικά στο κοινό ταμείο (που πλήρωνε αυτούς που έκαναν βόλτα στην Αλεξάνδρας), να βάψουν τα οχήματά τους κόκκινα και να έχουν κοινό τιμολόγιο 3 Εσκούδα το χιλιόμετρο. Βρέθηκαν 5 που υπολόγισαν ότι με 100 χιλιόμετρα ξεχρέωναν και μετά έχουν τρελό κέρδος. Σύντομα ένας σκέφτηκε ότι αντί να κυνηγάει το χιλιόμετρο, μπορεί να δώσει σε κάποιον την άδεια ζητώντας 500 Εσκούδα. Βρέθηκε ένας άνεργος και τα έδωσε, σύντομα και δεύτερος έδωσε 600, γιατί υπολόγισε και αυτός ότι με 200 χιλιόμετρα ξεχρεώνει και μετά έχει τρελό κέρδος. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων σύντομα διαπίστωσαν ότι τα ταξί ήταν ακριβά και βρόμικα και οι οδηγοί τους αγενείς και πλούσιοι, καθώς το κέρδος τους δεν ήταν τόσο από την πελατεία, όσο από την αγοραπωλησία αδειών που άνθιζε. Και είδεν ο λαός ότι κακόν το κλειστό επάγγελμα: διατηρεί υψηλές τιμές και κακή ποιότητα υπηρεσιών. Ημέρα πέμπτη.

Τα πράγματα στους Αμπελόκηπους χειροτέρευαν. Πολλοί μετακόμιζαν πλέον στα Εξάρχεια. Οι τηρούντες την τάξη με τις βόλτες τους έπρεπε να πληρωθούν, αλλά πλέον οι φόροι δεν ήταν αρκετοί. Έκτακτη συνέλευση αποφάσισε να αυξηθεί ο φόρος στο 20% και να συστηματοποιηθούν οι έλεγχοι. Με διπλό συντελεστή περίμεναν διπλά έσοδα, αλλά πλέον μετακόμιζαν τόσοι πολλοί στα Εξάρχεια, που η αύξηση στα έσοδα ήταν 3%, που μόλις επαρκούσε για την πρώτη ώρα πλαστής υπερωριακής βόλτας. Πλέον οι τηρούντες την τάξη έμπαιναν στα μαγαζιά και έλεγχαν κάθε συναλλαγή σε Εσκούδο, μην τυχόν και κάποιος δεν πληρώνει φόρο. Το να συναλλάσσεσαι σε Εσκούδα ήταν πλέον ανυπόφορο. Εκτός από το ότι σου έφευγε αυτόματα 20%, είχες να αντιμετωπίσεις και τη βία του ελεγκτή, που φυσικά ήθελε να βγάλει το μισθό του. Και το χειρότερο: για να περιοριστεί η ροή προς τα Εξάρχεια, η Συνέλευση αποφάσισε να την απαγορεύσει και να πληρώνει και 10 ροπαλοφόρους να επιτηρούν την απαγόρευση. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, καθώς οδηγεί σε βία. Και εκτίμησαν την ελευθερία μετακίνησης (ανοικτή κοινωνία) και οικονομικής δραστηριότητας (ελεύθερη αγορά). Ημέρα έκτη.

Την έβδομη μέρα οι ομάδες έκδοσης νομισμάτων μαζεύτηκαν πάλι στο Σύνταγμα. Το εγχείρημα έκδοσης νομίσματος τούς είχε διδάξει πολύ γρήγορα τι καλό είναι το λίγο Κράτος, σε τι χρησιμεύει μια τράπεζα, πόσο κακός είναι ο πληθωρισμός, η υποτίμηση, η υπερφορολόγηση, τα κλειστά επαγγέλματα, η κρατική βία.

Εξακολουθούσαν να είναι αγανακτισμένοι, αλλά πλέον για άλλους λόγους…

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Τι θα κάναμε χωρίς τους βάρβαρους;

Λίγες μέρες μετά τη συμφωνία της Ε.Ε. που εξασφάλισε τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας για τα επόμενα χρόνια, έχουν ξεκινήσει οι αποτιμήσεις για την αξία τις συμφωνίας και τη σημασία τεχνικών όρων όπως επιλεκτική χρεοκοπία (που μεταξύ μας, μόνο για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης φαίνεται να έχει σημασία).
Αντί να επεκταθώ στις λεπτομέρειες της συμφωνίας, θα προτιμούσα να αναδείξω το ρόλο των αγορών στην επίτευξη αυτής. Τους περασμένους (αρκετούς) μήνες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πολίτες έβαλαν κατά των «ανεξέλεγκτων αγορών». Κατηγορούσαν τους κερδοσκόπους για το ότι «αγοράζουν ασφάλιστρα για το σπίτι του γείτονα», ότι «αφήνονται να στοιχηματίσουν εναντίον χωρών», ότι «είναι υπεράνω κρατών» και άλλα παρόμοια.
Αλήθεια, που ήταν όλοι αυτοί οι σχολιαστές στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το κόστος δανεισμού της Ελλάδας έπεφτε ραγδαία; Τότε που με την είσοδο στο ευρώ δανειζόμασταν με επιτόκια Γερμανίας; Μήπως σε κάποια τράπεζα για φτηνά διακοποδάνεια; Τότε δεν είχαν ευθύνη οι αγορές και οι κερδοσκόποι για την πτώση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας;
Αλλά ακόμα κι αν τότε μας βόλευαν οι αντιδράσεις των αγορών, ενδιαφέρον θα ήταν να εξετάζαμε το πως θα εξελισσόταν η σημερινή κρίση χρέους για τη χώρα αν υποθετικά δεν υπήρχαν οι αγορές ή αν αυτές δε λειτουργούσαν με τον τρόπο που το έκαναν.
Εκτιμώ ότι χωρίς την πίεση των αγορών, το Ελληνικό πρόβλημα δε θα ερχόταν στην επιφάνεια. Θα παρέμεναν μερικοί περιθωριοποιημένοι να αναδεικνύουν τους κινδύνους της κακοδιαχείρισης και της παρακμής της Ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας για λίγο ακόμα και οι υπόλοιποι θα συνεχίζαμε στους ίδιους ρυθμούς: υπερδανεισμός, υπερκατανάλωση και άλλα παρόμοια σε υπερθετικό βαθμό με έμφαση στη διανομή της πίτας αντί για τη μεγένθυσή της. Το πάρτυ θα είχε λίγο μεγαλύτερη διάρκεια αλλά το hangover θα ήταν πολύ χειρότερο.
Αλλά και η Ευρώπη, γνωστή για τη δυσκολία της να πάρει αποφάσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να προχωρήσει στη συμφωνία της 21 Ιουλίου αν δεν πιεζόταν από τις αγορές. Η Ελλάδα δε θα μπορούσε να εκστομίσει το, εκβιαστικό μεν ρεαλιστικό δε, «ή μας βοηθάτε, ή πέφτουμε μαζί στην άβυσσο της χρεοκοπίας». Θα συνεχίζαμε να βολοδέρνουμε από σύνοδο σε σύνοδο χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα και χωρίς προοπτική (σαφώς και η πρόσφατη συμφωνία δε λύνει οριστικά τα προβλήματά μας, αλλά από δω και πέρα δεν υπάρχει επιστροφή για την Ευρώπη, ανεξαρτήτως επόμενων πακέτων ή αναδιαρθρώσεων).
Τελικά ίσως οι αγορές να μην είναι τόσο κακές όσο νομίζαμε. Απλά κάποιους δε συμφέρει να το συνειδητοποιήσουμε για ιδεοληπτικούς και άλλους ενδεχομένως λόγους…


Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Maajid Nawaz: A global culture to fight extremism | Video on TED.com

Εξαιρετική ομιλία που αξίζει να προσεχθεί. Σε ορισμένα σημεία θα μπορούσε κανείς να διακρίνει και συνάφειες με την εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας και την υποβάθμιση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών ιδεών.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Όχι στην αύξηση των φόρων, ναι στη μείωση του κράτους

Ο φίλος μας blogger Averell Dalton μας έστειλε μια σειρά από κείμενά του, στα οποία επιχειρεί να καταδείξει γιατί η δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε να βασίζεται στη μείωση του κράτους, παρά στην περαιτέρω αύξηση της φορολογίας. Με χαρά τα παραθέτουμε:


1. Εισαγωγή

Ο Στέφανος Μάνος, στο γνωστό πρόσφατο άρθρο του, προτείνει να ληφθούν γενναία μέτρα, ώστε το έτος 2011 να λήξει με πρωτογενές πλεόνασμα. Δεν χρειάζεται καν να μνημονευθούν οι θετικές συνέπειες που θα είχε ένα τέτοιο αποτέλεσμα - ουσιαστικά θα προκαλούσε τέτοιο θετικό σοκ στις αγορές, ώστε να πέσουν τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων και τα ασφάλιστρα κινδύνου. Προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη μείωση των δαπανών, μέσω της μειώσεως του κράτους, με κατάργηση υπηρεσιών, χωρίς τις οποίες μπορούμε να ζήσουμε, και αντιπαραβάλλει την πρόταση αυτή με την τακτική που ακολουθεί η κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί να αυξήσει τα έσοδα του Κράτους μέσω της αυξήσεως φορολογικών συντελεστών ή της επιβολής εκτάκτων εισφορών και διαφόρων άλλων βαρών.
Το δίλημμα: μείωση δαπανών (κράτους) ή αύξηση φόρων θα έπρεπε κανονικά να μην τίθεται καν. Ειδικά στη σημερινή κατάσταση, τα πλεονεκτήματα της μειώσεως του κράτους είναι πρόδηλα και σ' αυτά θα αναφερθούμε στη συνέχεια, μη παραβλέποντας και τις δυσμενείς συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η μείωση του κράτους για υπαλλήλους που θα χάσουν τις θέσεις τους. Κάποια γενικά πράγματα μπορούν να αναφερθούν εισαγωγικά:
Κατά πρώτον, η μείωση του κράτους έχει άμεσο και μετρήσιμο δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να πει κανείς για την αύξηση των φορολογικών συντελεστών - κάτι που έδειξε και η πράξη στην Ελλάδα. Παρά τους αυξημένους φορολογικούς συντελεστές και την αύξηση της φορολογίας και του ΦΠΑ σε διάφορα είδη, όπως και αυξήσεις σε θεωρούμενα είδη πολυτελείας, τα έσοδα δεν είχαν την αναμενόμενη αύξηση - και όλα δείχνουν ότι ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις ή έκτακτες εισφορές, περισσότερη φορολόγηση της ιδιωτικής περιουσίας κ.λπ., δεν θα βοηθήσει καθόλου.
Κατά δεύτερον, η μείωση του κράτους έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση δυνάμεων στην αγορά που, με τη σειρά της, φέρνει νέες θέσεις εργασίας και μάλιστα παραγωγικές, όχι παρασιτικές. Σημαίνει λιγότερους οργανισμούς και γραφειοκρατία, που θέτουν εμπόδια, κατά κανόνα, στη λειτουργία των επιχειρήσεων. Αντιθέτως, η αύξηση της φορολογίας αποτελεί σημαντικό αντικίνητρο για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Επίσης, σε συνδυασμό και με το ασταθές φορολογικό περιβάλλον, λειτουργεί εντελώς αποτρεπτικά σε άμεσες ξένες επενδύσεις.
Τρίτον, η μείωση του κράτους έχει μόνιμο χαρακτήρα και μόνιμο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών, ακόμη κι εάν οδηγήσει σε πρόσκαιρη αύξηση των φορολογικών εσόδων, εξαντλεί γρήγορα την οποία δυναμική της. Και, βεβαίως, η μείωση του κράτους είναι και μέσον εξορθολογισμού του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα. Με τη μείωση του κράτους, δηλαδή, πολλές από τις περιττές λειτουργίες του θα καταργηθούν, ενώ παρέχεται και αφορμή για ανακατανομή προσωπικού. Αντιθέτως, η αύξηση της φορολογίας απλώς διατηρεί την παρούσα κατάσταση με όλες τις στρεβλώσεις που έχει ο τεράστιος δημόσιος τομέας.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι πρωτότυπες σκέψεις - δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό. Είναι κάλεσμα προς το πολιτικό σύστημα να ξεπεράσει τις γραφειοκρατικές εμμονές και εξαρτήσεις του, να παραμερίσει τα διάφορα συντεχνιακά συμφέροντα που έχουν στηθεί γύρω από το κράτος, ώστε να λειτουργήσει στο τέλος επ' ωφελεία της κοινωνίας.

2. Η δημοσιονομική αποτελεσματικότητα της μειώσεως του κράτους


Τώρα, πώς και γιατί να διαφημίζεται μια πολιτική επιλογή, ότι έχει "σίγουρο αποτέλεσμα"; Διότι στη σημερινή κατάσταση, όταν οι δανειστές, που κρατούν τη χώρα μας εκτός χρεωκοπίας, ενδιαφέρονται για τη δραματική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, είναι σαφές ότι τους (και μας) ενδιαφέρουν μέτρα, των οποίων το αποτέλεσμα είναι άμεσα μετρήσιμο και βέβαιο. Γνωρίζουμε ποιες δαπάνες αντιστοιχούν με τις κρατικές δραστηριότητες που καταργούνται και, απλούστατα, ξέρουμε ότι θα τις διαγράψουμε από τη στήλη των εξόδων. Εάν, δηλαδή, πούμε ότι καταργούμε τα τμήματα του ΤΕΙ Κοζάνης που βρίσκονται στα Γρεβενά, ξέρουμε ότι γλιτώνουμε τη μισθοδοσία των διδασκόντων και του διοικητικού προσωπικού, τις δαπάνες για μίσθωση, συντήρηση και καθαριότητα του κτηρίου, κ.λπ. Και ξέρουμε ότι η μείωση των δαπανών αυτών είναι δεδομένη, δεν εξαρτάται από άλλους, εξωτερικούς παράγοντες.
Αντιθέτως, εάν αυξήσουμε τους φορολογικούς συντελεστές, δεν μπορούμε (όπως προκύπτει και στην πράξη) να προβλέψουμε με ακρίβεια τι θα προσθέσουμε στη στήλη των εσόδων. Η αύξηση των φορολογικών συντελεστών, εκτός του ότι δημιουργεί περισσότερα κίνητρα για φοροδιαφυγή, αποτελεί και αντικίνητρο για την οικονομική δραστηριότητα. Οδηγεί, δηλαδή, σε μειωμένο κύκλο εργασιών τις επιχειρήσεις, σε μικρότερη φορολογική βάση - έτσι, το γινόμενο της νέας, φορολογικής βάσεως, επί το νέο φορολογικό συντελεστή, δεν θα είναι ιδιαιτέρως αυξημένο (και συχνά θα είναι μειωμένο) σε σχέση με αυτό της παλαιότερης φορολογικής βάσεως επί τον παλαιό φορολογικό συντελεστή. Αυτό ισχύει και για τους άμεσους, και για τους έμμεσους φόρους - η αύξηση στον ΦΠΑ οδηγεί, εκτός από λιγότερες επενδύσεις (αφού ακριβαίνει η προμήθεια των πρώτων υλών, τα μεταφορικά κ.λπ.) και σε μικρότερη κατανάλωση - πράγμα που οδηγεί σε μικρότερες επενδύσεις, γιατί το προσδοκώμενο αποτέλεσμά τους είναι μικρότερο και έτσι προχωρεί ένας φαύλος κύκλος. Ο κύκλος αυτός, εκτός από τις άλλες "φαυλότητες" χαρακτηρίζεται και από μειωμένη δυνατότητα εισπράξεως εσόδων από το κράτος, δηλαδή στο τέλος η αύξηση του φορολογικού συντελεστή δεν πετυχαίνει ούτε καν το βασικό της στόχο.
Αυτό το χαρακτηριστικό που έχει η μείωση του κράτους, η βεβαιότητα του δημοσιονομικού της αποτελέσματος, είναι κάτι που μπορεί να "πουληθεί" στους δανειστές μας - θα το δέχονταν ασμένως, επειδή ακριβώς τους διασφαλίζει περισσότερο.
Μη λησμονούμε και ότι η πράξη στη χώρα μας αποδεικνύει ότι χαλινάρι στα έξοδα, χωρίς την κατάργηση οργανισμών, δύσκολα μπαίνει. Πέρυσι μειώθηκαν σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και οι συντάξεις, αλλά η τελική μείωση του κόστους ήταν σχεδόν αμελητέα. Διάφοροι γαλαντόμοι υπουργοί ή προϊστάμενοι φρόντισαν με διάφορα τερτίπια (επιπλέον υπερωρίες, οδοιπορικά μαϊμού κ.λπ.) να αποκαταστήσουν τη διαφορά.

3. Τα αποτελέσματα στην αγορά


Η μείωση του κράτους, εκτός από το δημοσιονομικό της αποτέλεσμα με την άμεση μείωση των εξόδων, έχει και πολλά άλλα ευεργετικά αποτελέσματα στην αγορά. Απαλλάσσει τις επιχειρήσεις από περιττά γραφειοκρατικά εμπόδια, τα οποία είναι και αυτά ανασταλτικά για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Και, φυσικά, απελευθερώνει πόρους, οι οποίοι δεσμεύθηκαν για τη θεραπεία μιας συγκεκριμένης ανάγκης κατά την επιλογή μιας γραφειοκρατίας, στην αγορά, από την οποία θα προκύψει ορθολογικότερη κατανομή των πόρων, προς όφελος των αναγκών των καταναλωτών.
Η αύξηση των φόρων, αντιθέτως, εκτός από την άμεση χρηματική επιβάρυνση (και με αβέβαιο το δημοσιονομικό αποτέλεσμα) ενισχύει την ήδη υφισταμένη γραφειοκρατία, η οποία και βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ό,τι κάνει πάντα η γραφειοκρατία: να γιγαντωθεί, να αποκτήσει περισσότερη εξουσία και να καταλήξει να επιβαρύνει κι άλλο τον ιδιωτικό τομέα.
Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, η ύπαρξη πολλών κρατικών φορέων φέρνει άλλες στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς: χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα στρατόπεδα εκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων, αλλά και διάφορα ΤΕΙ, κατανεμημένα σε επαρχιακές πόλεις όχι με κριτήριο την εξυπηρέτηση των φοιτητών, λόγω της εγγύτητάς τους με σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα, αλλά με σκοπό την τεχνητή τόνωση της τοπικής οικονομίας διά της εξυπηρετήσεως των στρατιωτών και των σπουδαστών. Και μόνη η χοροθέτηση των κέντρων εκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων και των ΤΕΙ (και, σε αρκετές περιπτώσεις, και φυλακών) είναι ενδεικτική των κριτηρίων που χρησιμοποιεί το κράτος για την κατανομή των πόρων του - τεχνητή ενίσχυση της ζητήσεως σε περιοχές, από τις οποίες αναμένει η εκάστοτε πολιτική ηγεσία ψήφους. Σκεφθείτε, όμως, και ότι η τοποθέτηση των πανεπιστημίων και των στρατοπέδων εγκλωβίζουν τις τοπικές οικονομίες στην υιοθέτηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες κινούνται γύρω από την εξυπηρέτηση των στρατιωτών ή των σπουδαστών: από ενοικιαζόμενα διαμερίσματα μέχρι καφετέριες και μπαρ. Οι τοπικές οικονομίες στη συνέχεια γίνονται απολύτως εξαρτημένες από την παρουσία του στρατοπέδου ή του ΤΕΙ, με συνέπεια τυχόν μετακίνηση του φορέα αυτού να προκαλεί έντονες κοινωνικές αντιδράσεις (και να έχει σοβαρό πολιτικό κόστος) και να συμπλέκεται ακόμη περισσότερο η απόφαση για την τοποθέτηση των φορέων αυτών με κοντόφθαλμους πολιτικούς μικροϋπολογισμούς. Όμως και το προϊόν που παράγουν δεν έχει κάποια προστιθεμένη αξία, κάποια πραγματική αναπτυξιακή προοπτική (χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες ταιριάζουν στη ραθυμία που θεωρείται σχεδόν αρετή στην ελληνική επαρχία).
Έτσι, η τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας μας παρέχει αφορμή για την απεξάρτηση από τους τοπικιστικούς μικροπολιτικούς υπολογισμούς, ώστε και οι κάτοικοι των περιοχών, στις οποίες ευρίσκονται οι καταργούμενοι οργανισμοί, να στραφούν σε πραγματικά παραγωγικές δραστηριότητες.

4. Η μείωση του κράτους μπορεί να φέρει τον εξορθολογισμό του


Οι δυσμενείς επιπτώσεις της αυξήσεως των φορολογικών συντελεστών είναι λίγο ως πολύ γνωστές: εκτός του ότι αυξάνεται το κίνητρο για φοροδιαφυγή, τίθεται ένα βασικό αντικίνητρο για επενδύσεις, για την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου, καθώς τα περιθώρια του προσδοκωμένου κέρδους μειώνονται. Επίσης, πολλές φορές η αύξηση των φορολογικών συντελεστών (ιδίως στους έμμεσους φόρους) έχει ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση του αυξημένου φορολογικού βάρους στην τελική τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, πράγμα που οδηγεί, όπως είναι φυσικό, σε μειωμένη κατανάλωση (το οποίο οδηγεί σε μειωμένες εισπράξεις των εμμέσων φόρων -μείωση της φορολογικής βάσεως- και έτσι, σύμφωνα με την ίδια λογική, στην ανάγκη να αυξηθούν ακόμη περισσότερο οι συντελεστές, ώστε να αναπληρωθούν οι σχετικές απώλειες). Έτσι, η επιλογή της μειώσεως του δημοσιονομικού ελλείμματος μέσω της αυξήσεως των φορολογικών συντελεστών έχει αποτέλεσμα, και μάλιστα μόνιμο, στην αγορά, αφαιρώντας μεγάλο μέρος από τη δυναμική της.

Ακριβώς το αντίστροφο, όμως, συμβαίνει με τη μείωση του κράτους. Η μείωση του κράτους συναρτάται, κατ' ανάγκην, με τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του, την εξέταση, κατ' αρχήν, του ερωτήματος: ποιες υπηρεσίες πρέπει να παρέχει το κράτος στον πολίτη. Όμως, παραπέρα, εξετάζεται κι ένα ακόμη ερώτημα: ακόμη και τις υπηρεσίες που, απαντώντας στο προηγούμενο ερώτημα, δεχόμαστε ότι πρέπει να διασφαλίζει το κράτος στους πολίτες του - αυτές πρέπει να τις παρέχει μέσω μιας οργανωμένης γραφειοκρατικής δομής ή είναι καλύτερο να καταφεύγει στην αγορά, διατηρώντας απλώς εποπτικό ρόλο;

Το πρώτο ερώτημα, ποιες υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζει το κράτος, εμπεριέχει και πολλές αξιολογικές κρίσεις, στις οποίες υπάρχουν πολλές θεμιτές διαφωνίες, αναλόγως της ιδεολογικής προελεύσεως καθενός που απαντά. Το δεύτερο ερώτημα, όμως, είναι στη βάση του πολύ περισσότερο τεχνοκρατικό - θεωρείται δεδομένη, συμφωνημένη, η ανάγκη παροχής μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας και, εξετάζεται υπό καθαρά τεχνοκρατικό πρίσμα: ποιότητα υπηρεσιών και κόστος αυτών. Είναι εκπληκτικό πόσο διευρύνονται τα περιθώρια συμφωνίας προσώπων που προέρχονται ακόμη και από αντίθετους ιδεολογικούς χώρους στο δεύτερο ερώτημα (στο βαθμό που δεν παρεμβάλλονται ιδεοληψίες) - και πως προτάσεις, οι οποίες προέρχονται από το φιλελεύθερο χώρο (λ.χ. τα κουπόνια εκπαίδευσης) συγκινούν πολλές φορές και αριστερούς, οι οποίοι διαβλέπουν ότι με τη χρήση τους περισσότερα παιδιά (και μάλιστα από τις λιγότερο εύπορες οικογένειες) έχουν περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσουν μια καλή μόρφωση. Όμως σήμερα υπάρχουν πολλές συγκλίσεις ακόμη και στις απαντήσεις προς το πρώτο ερώτημα - χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αγροφυλακή, της οποίας η υπεράσπιση παρέμεινε καθαρά παραταξιακή υπόθεση του κόμματος που την δημιούργησε με αποκλειστικό σκοπό το διορισμό "ημετέρων".

Εννοείται, επιπλέον, ότι το όφελος από την κατάργηση περιττών οργανισμών παραμένει στο κράτος και την κοινωνία σε βάθος χρόνου - το αποτέλεσμα της μειώσεως του κράτους, δηλαδή, δεν είναι απλώς δημοσιονομικά βραχυχρόνιο, αλλά και μεσοπρόθεσμα εξορθολογιστικό και σαφώς προτιμητέο, και γι' αυτό το λόγο, από μια ακόμη αύξηση των φορολογικών συντελεστών.

5. Οι συνέπειες μιας δραστικής μειώσεως του κράτους

Η αντίρρηση που προβάλλεται στην πρόταση για κατάργηση κρατικών οργανισμών έχει δύο βασικές πτυχές: ότι πολλοί άνθρωποι θα βρεθούν ξαφνικά στην ανεργία και ότι η αγορά, με ήδη μεγάλη κάμψη στην κατανάλωση, θα δεχθεί ένα -τελειωτικό- κτύπημα, καθώς σημαντικό μέρος των υποψηφίων καταναλωτών θα βρεθεί χωρίς εισόδημα.

Τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν έχουν την απόλυτη ισχύ που τους προσδίδουν οι θιασώτες τους. Άλλωστε, εάν παίρναμε in extremis την άποψη ότι λειτουργεί καλύτερα η αγορά, όσο περισσότερο τροφοδοτείται με κρατικό χρήμα μέσω των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να γίνουν ακόμη περισσότεροι διορισμοί στο Δημόσιο, προκειμένου να τονωθεί η αγορά κι άλλο. Η αντίληψη αυτή στηρίζεται και σε μια στρεβλή ανάγνωση της οικονομικής πραγματικότητας: ο δημόσιος τομέας μπορεί να στηριχθεί (αφαιρουμένου του δανεισμού) μόνο από το προϊόν που παράγεται στον ιδιωτικό τομέα. Δηλαδή, εάν δεν παραχθεί προϊόν στον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορούν να προκύψουν τα φορολογικά έσοδα, τα οποία θα διατηρήσουν το Κράτος. Αυτό απέχει πάρα πολύ από την αντίληψη, κατά την οποία πρέπει να υπάρχει μεγάλος δημόσιος τομέας, ώστε οι μισθοί του να τροφοδοτούν την αγορά: στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι παρά μια μη-παραγωγική κυκλική διαδικασία, η οποία οδηγεί σε μείωση του παραγομένου προϊόντος, μειωμένη φορολογική βάση και φοροδοτική ικανότητα, εν τέλει, και σε αναγκαστική στήριξη μέσω του εξωτερικού δανεισμού, ακριβώς δηλαδή αυτό που συνέβη στην Ελλάδα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. 

Άλλωστε, είναι σαφές ότι ελλείπει η ουσιαστική παραγωγή στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια: ο πρωτογενής τομέας υπάρχει για να δικαιολογεί τις επιδοτήσεις, όσον καιρό ακόμη αυτές διαρκέσουν, ο δευτερογενής τομέας που γνώρισε μια άνθηση τις δεκαετίες του '50 και του '60, στασιμότητα τη δεκαετία του '70 και φυγή στη συνέχεια, είναι πλέον αναιμικός, στην καλύτερη περίπτωση, ανύπαρκτος στη χειρότερη, ενώ ο τριτογενής τομέας χαρακτηρίζεται από χαμηλή ανταγωνιστικότητα και από δραστηριότητες με χαμηλή προστιθέμενη αξία, παρά την πληθώρα πτυχιούχων στη χώρα μας. Δηλαδή η ιδιωτική οικονομία στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έλλειψη δυναμισμού και, πλέον, και ύφεση, δηλαδή ποσοτική μείωση του παραγομένου προϊόντος - και, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η λύση δεν είναι η "τόνωση" της αγοράς με κρατικό χρήμα, δεδομένου ότι το κρατικό χρήμα θα προέλθει από την ίδια την αγορά, δηλαδή από τη φορολογία, αφαιρώντας της και την τελευταία ικμάδα ζωντάνιας.

Επομένως, λύση είναι η αφαίρεση των βαρών με μείωση της φορολογίας - αλλά και με την παρουσία καινούργιων προσώπων, που θα έχουν αποδεσμευθεί από το κράτος. Καταβάλλοντας στα πρόσωπα αυτά το 70% των τακτικών αποδοχών τους για τρία χρόνια τους παρέχεται η δυνατότητα να αναζητήσουν τη δραστηριότητα, στην οποία θα θελήσουν να επιδοθούν, καθώς δεν θα έχουν καμμία υποχρέωση παρουσίας στην υπηρεσία τους ή εργασίας. Για πολλούς, μάλιστα, η δραστηριότητα που θα μπορέσουν να ασκήσουν στην αγορά θα είναι πιθανότατα παρεμφερής με τα καθήκοντα που ασκούσαν στο δημόσιο, ειδικά στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες θα καταργηθεί κάποιος οργανισμός, ο οποίος αντιστοιχεί σε ανάγκες που καλύπτονται από την αγορά. Οι αποδοχές αυτές, το 70% των τακτικών, θα είναι ένα αυξημένο επίδομα ανεργίας - αυξημένο, διότι θα χορηγείται ανεξαρτήτως του εάν ο δικαιούχος έχει βρει άλλη εργασία ή έχει ξεκινήσει δική του, κερδοφόρα ενδεχομένως, επιχείρηση. Δικαιολογείται, μάλιστα, η χορήγηση αυτής της αυξημένης προστασίας από τη διάψευση της νομίμου προσδοκίας που είχε δημιουργηθεί στους δικαιούχους του για μονιμότητα στη θέση τους στο Δημόσιο.

Συνεπώς, με τη μείωση του κράτους η αγορά, στην πραγματικότητα, θα τονωθεί: θα υπάρξει μια μείωση του κυκλοφορούντος χρήματος, αλλά αντίστοιχα θα υπάρξει αύξηση του παραγομένου προϊόντος, καθώς θα απελευθερωθούν δυνάμεις, οι οποίες κατ' ανάγκην θα κινηθούν παραγωγικά. Δεν θα έχουμε, δηλαδή, σοβαρή πτώση (βραχυπρόθεσμη) στην κινητικότητα της αγοράς, αλλά, αντιθέτως, θα έχουμε μια μεσοπρόθεσμη τόνωση, η οποία θα συνδυασθεί και με τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα.

Δυστυχώς δεν μπορεί να παραλειφθεί και το "έσχατο" επιχείρημα υπέρ της μειώσεως του κράτους, σε σχέση με τους εργαζομένους σ' αυτό: ότι η παρούσα κατάσταση δεν είναι βιώσιμη, με αποτέλεσμα τυχόν αδράνεια σήμερα να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη κατάρρευση του κράτους, οπότε πολύ περισσότεροι άνθρωποι, πολύ περισσότεροι υπάλληλοι, έχουν να χάσουν πολλά περισσότερα.

6. Αναδιαπραγμάτευση βασιζόμενη στη μείωση του κράτους;

Η αξιοπιστία της χώρας μας έχει πληγεί πολλαπλώς. Ως εκ τούτου, ένα αίτημα για ριζική αναδιαπραγμάτευση του μεσοπροθέσμου προγράμματος ή του μνημονίου θα συναντούσε κατ' αρχήν δυσπιστία από τους εταίρους μας και από τις αγορές. Στην πραγματικότητα, όμως, μια πρόταση που θα έφερνε με μεγαλύτερη βεβαιότητα και συντομότερα δημοσιονομικά αποτελέσματα θα ήταν αναπάντεχα καλή για τους πιστωτές μας - ο στόχος, να επιτύχουμε ακόμη και φέτος πρωτογενές πλεόνασμα, θα προκαλούσε ένα θετικό σοκ στις αγορές, οι οποίες θα διεπίστωναν ότι η διαχείριση του ελληνικού χρέους γίνεται βιώσιμη, και μάλιστα με πολύ άμεσο τρόπο. Αυτό θα διευκόλυνε και τους πιστωτές μας, οι οποίοι μάλιστα θα μπορούσαν πολύ πιο εύκολα να επιχειρηματολογήσουν και εσωτερικά, στα κοινοβούλια και τα εκλογικά τους σώματα, για συνέχιση της παροχής της πιστωτικής στήριξης προς τη χώρα μας.

Μπορούμε, δηλαδή, να εικάσουμε με σοβαρή πιθανότητα ότι μια αναδιαπραγμάτευση στη βάση της δραστικής μειώσεως του κράτους θα οδηγούσε στην αποδοχή των νέων όρων από  τους πιστωτές της χώρας μας, αλλά και σε σημαντική βελτίωση τόσο της πιστοληπτικής αξιολογήσεως της χώρας μας, όσο και της εικόνας της στις αγορές. Εκτός από τα ευεργετικά εσωτερικά αποτελέσματα, δηλαδή, το cash flow της χώρας μας θα βελτιωνόταν σημαντικά. Επομένως, δεν τίθεται θέμα καν συγκρίσεως ανάμεσα στις δύο επιλογές για τη δημοσιονομική προσαρμογή - απλώς απαιτείται η πολιτική τόλμη, ώστε να ξεπερασθούν οι κομματικές εξαρτήσεις που συνόδευαν τους διορισμούς και την πορεία πλείστων όσων δημοσίων υπαλλήλων (και φορέων ολόκληρων), προκειμένου να γίνει ένα βήμα που πραγματικά θα οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση της χώρας μας.

Για την αντιγραφή,
Αθανάσιος Τσιούρας

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας;


Ο εκβιασμός που δέχεται το υγιές κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας, οι τίμιοι, αληθινά εργαζόμενοι, φοροδότες, μη κρατικοδίαιτοι πολίτες, δεν έχει προηγούμενο.

Η ελληνική Βουλή τους έχει θέσει το απλό εκβιαστικό δίλημμα: Ή θα ψηφιστεί το «μεσοπρόθεσμο» σχέδιο ή θα ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις. Και πράγματι, ο οποιοσδήποτε διατηρεί το παραμικρό ίχνος κοινός λογικής στην συλλογική σχιζοφρένεια που ζούμε, μπορεί να καταλάβει ότι οι κινήσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα εξασφαλίζουν ότι αν δεν ψηφιστεί το μεσοπρόθεσμο, ο πανικός που θα ακολουθήσει θα οδηγήσει σε μια δραματική κατάσταση.

Τι είναι στην πραγματικότητα το «μεσοπρόθεσμο»; Μια ακόμα ομολογία αποτυχίας του πολιτικού προσωπικού. Και παράλληλα μια προσπάθειά του να μεταφέρει μεγαλύτερα βάρη από αυτά που τους αναλογούν στους Έλληνες που δεν συμμετείχαν στο «μαζί τα φάγαμε», ταυτόχρονα προστατεύοντας, σε κάποιο βαθμό και όσο αυτό είναι δυνατό, τους υπόλοιπους Έλληνες που συμμετείχαν σε κομματικούς στρατούς ή διεπλάκησαν μαζί τους.

Με άλλα λόγια εξασφαλίζει ακόμα περισσότερες θυσίες από τους φοροδοτούντες για να αποφύγει μέρος της αναγκαίας μείωσης του μεγέθους του κράτους, να προστατέψει στην πλειοψηφία τους τις θέσεις και τα προνόμια των εργαζομένων σε αυτό και να διατηρήσει την φοροδιαφυγή και την πριμοδότηση του κρατικοδίαιτου διαπλεκόμενου τμήματος του ιδιωτικού τομέα.  

Ή με ακόμα πιο απλά λόγια, το πολιτικό προσωπικό στηρίζει την άμεση πολιτική του πελατεία που συνήθως προέρχεται από επαγγέλματα και συντεχνίες από τις οποίες προέρχεται και το ίδιο (άσχετα αν μεγάλο τμήμα αυτών είναι σήμερα στις πλατείες).  

Μα, θα μου πείτε, πέρα από τα άδικα φορολογικά μέτρα, πέρα από την μεταφορά εξουσίας σε πολιτικούς να διαχειριστούν την πώληση κρατικής περιουσίας, χωρίς εχέγγυα οράματος, λογικής, διαφάνειας και αισθητικής τάξης, το μεσοπρόθεσμο δεν περιλαμβάνει και πολλές θετικές μεταρρυθμίσεις; Θα απαντήσω θετικά αλλά θα τονίσω ότι είναι απίθανο να επιτευχθούν τα χρονικά πλαίσια που έχουν τεθεί γι΄αυτές και θα υπενθυμίσω ότι και το προηγούμενο μνημόνιο περιείχε κάποιες που ποτέ δεν εκτελέστηκαν αλλά και όσες εκτελέστηκαν αναιρεθήκαν ή υπονομεύθηκαν από  κουτοπόνηρες υπόγειες κινήσεις κάποιου υπουργού.  

Αλλά δυστυχώς δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αφού καταπιούμε αυτό το τελευταίο χάπι, πρέπει επιτέλους, κόντρα στην πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού, να απαιτήσουμε με επιμονή την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και την καταπολέμηση των κομματικών στρατών, του πελατειακού κράτους  και όσων βρίσκονται γύρω από αυτό. Και, εξίσου σημαντικό, στις εκλογές που έρχονται να ψηφίσουμε επιτέλους ανθρώπους που επιθυμούν πραγματικά να εκπροσωπούν αυτό το (πιθανότατα μειοψηφικό αλλά μεγάλο) υγιές κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας, τους τίμιους, αληθινά εργαζόμενους, φοροδότες, μη κρατικοδίαιτους πολίτες.

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Τι θα έκανα με το άγος του ΟΣΕ

Ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας είναι μια ιστορία αθλιότητας, την οποία ανέχονται αδιαμαρτύρητα οι Έλληνες φορολογούμενοι για πολλά χρόνια. Θα παραθέσω ορισμένα στοιχεία που συνθέτουν το μέγεθος της καταστροφής.

Τα βασικά οικονομικά στοιχεία του Οργανισμού τα τελευταία χρόνια έχουν ως εξής:

(χιλιάδες ευρώ)
2005
2006
2007
2008
2009
Πωλήσεις (έσοδα)94.898
104.780
105.439
195.618
174.006
Κόστος προσωπικού

374.543
386.119
292.001
290.575
Αποτέλεσμα (ζημιές)
-829.550
-845.111
-939.910
-794.570
-936.812
Επιδότηση Ελλ. Δημοσίου
287.312
334.867
506.105
462.858
548.314
Νέος δανεισμός
1.427.600
968.700
110.477
330.500
482.891
Σύνολο δανείων
6.438.064
7.325.743
8.408.948
9.756.461
10.712.778

Αυτό σημαίνει ότι:
  • για κάθε εισιτήριο των 17 ευρώ που αγοράζουμε, ο ΟΣΕ καταβάλλει μισθό 29 ευρώ, μπαίνει συνολικά μέσα 93, επιδοτείται από το Δημόσιο με 54 και δανείζεται άλλα 48!
  • κάθε Έλληνας χρωστάει 1.000 χρέος, απλά για να υπάρχει ο ΟΣΕ!
  • το κόστος προσωπικού (ακόμα και το μειωμένο του 2009) αντιστοιχεί σε 4.182 εργαζόμενους (κυρίως βασικής εκπαίδευσης), δηλαδή μέσο κόστος 70.000 ευρώ ανά εργαζόμενο!
Το άγος συμπληρώνεται από τα παρακάτω στοιχεία:
  • ο ΟΣΕ καλύπτει μόλις το 2,5% των εμπορευματικών μεταφορών στην Ελλάδα (το 97,5% διενεργείται οδικώς, δηλαδή με νταλίκες). Αλλά και σε αυτό ακόμα το ποσοστό, πρέπει να υπολογίσουμε και το «παραμάγαζο» που πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι είχαν στήσει εργαζόμενοι και εκμεταλλεύονταν το δίκτυο του ΟΣΕ εισπράττοντας οι ίδιοι.
  • το 30% των 2.500 χλμ δικτύου του είναι στο παλαιό, μη ευρωπαϊκό, πλάτος και στην ουσία είναι άχρηστο.
  • το δίκτυο του ΟΣΕ καλύπτει περίπου 20 από τους 51 νομούς της Ελλάδας, ενώ όλοι οι νομοί διαθέτουν ΚΤΕΛ, τα οποία τον ανταγωνίζονται στη μεταφορά επιβατών
  • 2.700 υπάλληλοι πρόκειται να μεταταγούν στο Δημόσιο, προκειμένου να πάψει ο ΟΣΕ να είναι ζημιογόνος. Αυτό σημαίνει ότι αφενός έτσι κι αλλιώς θα μπορούσε να δουλεύει με 1.500 εργαζόμενους, αφετέρου ότι το κόστος μισθοδοσίας απλά «θα κρυφτεί» στο αχανές Δημόσιο.
Δυστυχώς, η μόνη λύση για τον ΟΣΕ είναι το άμεσο κλείσιμο. Μια ανώνυμη εταιρία με ζημιές 4 με 9 φορές το τζίρο της θα είχε κλείσει προ πολλού, καθώς κανείς μέτοχος δεν θα έβαζε πλέον λεφτά. Πρέπει επιτέλους και ο μέτοχος του ΟΣΕ, το Ελληνικό Δημόσιο, να αντιληφθεί ότι εκπροσωπεί όλους εμάς τους φορολογούμενους που δεν δεχόμαστε πλέον να χρηματοδοτούμε 4.200 υπαλλήλους Δημοτικού με 70.000 ευρώ το χρόνο.

Τι θα έκανα τον ΟΣΕ; Θα τον έκλεινα σε μια μέρα και θα έδινα στους υπαλλήλους του το προβλεπόμενο επίδομα ανεργίας, που έτσι κι αλλιώς θα έπαιρνε κάθε μη προνομιούχος εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα. Στο κράτος θα έμενε ένα χρέος περίπου 11 δις ευρώ, αλλά και η υποδομή. Με έναν πλειοδοτικό διαγωνισμό θα καλούσα οποιαδήποτε σιδηροδρομική εταιρία της Ευρώπης στήσει μια νέα εταιρία εκ του μηδενός, προσλαμβάνοντας και πολλούς απολυμένους του ΟΣΕ, με μισθούς αγοράς. Στη νέα σιδηροδρομική εταιρία θα παρείχα πλήρως ελεύθερα τιμολόγια, και μάλιστα στους νομούς όπου υπάρχει σιδηροδρομικό δίκτυο θα απελευθέρωνα και τα τιμολόγια των τοπικών ΚΤΕΛ. Ο ανταγωνισμός των δύο φορέων θα οδηγούσε σε μικρότερες τιμές και καλύτερες υπηρεσίες.

Δυστυχώς αυτά θα έκανε κάποιος που επιχειρούσε να βάλει μια τάξη στη μαύρη τρύπα του Δημοσίου, και όχι μια Κυβέρνηση, βασική προτεραιότητα της οποίας είναι να διαφυλάξει τα παιδιά που προσέλαβε, να κρύψει από τους φορολογουμένους τους τεράστιους μισθούς που παίρνουν για μηδενικό έργο και να μας αναγκάσει να συνεχίσουμε να πληρώνουμε κοντά στο 1 δις το χρόνο λόγω της «κοινωνικής σημασίας του σιδηρόδρομου».

Υ.Γ. Αν δεν σας έπεισα, ίσως σας πείσει ότι η ως άνω εταιρία που ζει αποκλειστικά απομυζώντας τους φόρους μας, προκηρύσσει διαγωνισμό ύψους 33.000 ευρώ για μίσθωση δυο δωματίων σε ξενοδοχείο στο Κιάτο....

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Μέτρα για την Αθήνα - Σχολιασμός και εναλλακτικές προτάσεις

Την εβδομάδα που μας πέρασε, η μισή κυβέρνηση της Ελλάδας ανακοίνωσε σειρά μέτρων που σκοπό έχουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του κέντρου της Αθήνας. Επιχειρώ ένα πολύ σύντομο σχετικό σχολιασμό και παραθέτω στη συνέχεια κάποιες διαφορετικές προτάσεις μέτρων που θεωρώ ότι θα μπορούσαν καλύτερα ή έστω συμπληρωματικά – και σίγουρα οικονομικότερα – να αντιμετωπίσουν τα βασικά προβλήματα τόσο της Αθήνας όσο και παρεμφερή άλλων πόλεων.

Το πρώτο, αναμφίβολα θετικό, που προκύπτει από τη δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων μέτρων είναι η συνειδητοποίηση ότι τα προβλήματα της πόλης (της Αθήνας εν προκειμένω) δεν είναι «της αρμοδιότητας» καμίας συγκεκριμένης επαγγελματικής ομάδας / συντεχνίας αλλά ότι απαιτείται συνδυαστική προσέγγιση για την αντιμετώπισή τους. Με άλλα λόγια είχαμε, έστω και εξ’ ανάγκης, έστω και μόνο για την Αθήνα, μια πρώτη παραδοχή της χρεοκοπίας του γνωστού μοντέλου της «αντιμετώπισης» των προβλημάτων των πόλεων μόνο μέσω πεζοδρομήσεων, κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, αναπλάσεων και σοφατισμάτων. Δηλ. γίνεται πλέον σαφές ότι η «πολεοδομία» όπως νοείται στην Ελλάδα είναι ανεπαρκής, και απαιτείται «αστικός σχεδιασμός», όπως ασκείται σε αρκετά δυτικά κράτη. Παράλληλα δηλ. με τα κλασσικά μέτρα των αναπλάσεων – ρυθμίσεων του φυσικού χώρου φαίνεται να λαμβάνονται για πρώτη φορά υπ’ όψιν και οι οικονομικές και κοινωνικές παράμετροι των συζητούμενων θεμάτων.
Τι μαθαίνουμε από τον αναλυτικό κατάλογο των μέτρων που εξαγγέλθηκαν (εδώ ο πλήρης κατάλογος). Για διευκόλυνση του αναγνώστη ας μου επιτραπεί ένας σύντομος, τηλεγραφικός σχεδόν σχολιασμός:
1.      Ως προς την αστυνόμευση, το Υπ. Προστασίας του Πολίτη υπόσχεται να... κάνει τη δουλειά του. Έστω κι έτσι, θετική είναι η δημόσια δέσμευση για διάθεση συγκεκριμένου αριθμού δυνάμεων και για συγκεκριμένες «εργασίες». Περιττή και δυνητικά επικίνδυνη / αντιπαραγωγική θεωρώ την εμμονή στις λεγόμενες «επιχειρήσεις-σκούπα», που φαίνεται να αντιμετωπίζουν όλους τους μετανάστες ως δυνητικά ένοχους (αγνώστου αδικήματος) μέχρι εξακρίβωσης του εναντίου. Θετική η πρόθεση εντοπισμού αποθηκών-πηγών τροφοδοσίας προϊόντων παραεμπορίου. Ως προς τα θέματα παροχής ασύλου, επίσης το Υπουργείο ΠΡΟ.ΠΟ δεσμεύεται να κάνει τη δουλειά του (που χρόνια τώρα αποφεύγει να κάνει) και να τηρήσει τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας μας για τους αιτούμενους πολιτικό άσυλο.
2.      Το Υπ. Εξωτερικών δεσμεύεται επίσης ότι ...θα κάνει τη δουλειά του.
3.   Το. Υπ. Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρουσιάζει πράγματι κάποια ενδιαφέροντα μέτρα για την αποφυγή περιθωριοποίησης μεταναστών
4.  Το ΥΠΕΚΑ κάνει μια, θετική αλλά αόριστη, ανακοίνωση για παροχή αντισταθμιστικών ωφελημάτων στους δήμους που θα φιλοξενήσουν κέντρα μεταναστών. Σημαντικότερη είναι η - για πρώτη φορά – αναφορά στην παροχή φορολογικών και άλλων οικονομικών κινήτρων για τη συγκράτηση και επανεγκατάσταση κατοίκων και επιχειρήσεων αλλά προβληματίζει η σύνδεσή τους με πληθώρα γραφειοκρατικών προϋποθέσεων... Επίσης, πέραν κάποιων προτάσεων δράσεων / σχεδίασης που ο κακοπροαίρετος αναγνώστης θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ως χαζοχαρούμενες (βλ. Ομόνοια) θετική ακούγεται η αναφορά στις αστικές καλλιέργειες στο Λόφο Στρέφη (αλλά πρέπει πάντα οι τοπικές κοινωνίες να καθοδηγούνται από το κράτος...;). Ενδιαφέρουσα η αναφορά στην «ενεργοποίηση υφιστάμενων και θεσμοθέτηση νέων εργαλείων συνολικής ανασυγκρότησης περιοχών με απόσυρση κτιρίων ή και συνόλων μέσα από τη διαμόρφωση Ειδικών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων»
5.    Το Υπ. Υγείας εξαγγέλλει ένα θετικό μέτρο για την παρακολούθηση της υγείας των αστέγων αλλά κατά τα άλλα περιορίζεται σε κάποιες τετριμμένες ανακοινώσεις / διευθετήσεις σε ότι αφορά το καίριο θέμα των ναρκωτικών.
6.   Το Υπ. Παιδείας, πέρα από κάποιες τετριμμένες αναγγελίες για χρηματοδότηση κτιριακών project, αναφέρει ορισμένες ενδιαφέρουσες πιλοτικές πρωτοβουλίες για τον τρόπο λειτουργίας και διδασκαλίας διαφόρων σχολικών μονάδων «στην περιοχή της Αθήνας» (π.χ. «ανοιχτό σχολείο», διαφοροποιημένο σχολικό πρόγραμμα, διαπολιτισμικοί σύμβουλοι / μεσολαβητές κτλ.)
7.   Το Υπ. Μεταφορών κατά βάση ξανα-ανακοινώνει κάποια μέτρα που ήδη έχουν εξαγγελθεί / δρομολογηθεί, ενώ τέλος
8.   το Υπ. Πολιτισμού/Τουρισμού – πέραν από κάποιες τρικυμιώδους λογικής και σύνταξης αναφορές στην τουριστική προβολή της Αθήνας – δεσμεύεται για μία κορυφαίας σημασίας παρέμβαση για την ανάδειξη της διαδρομής «Κεραμεικός – Ακαδημία Πλάτωνος». Γίνεται αναφορά σε αναπαλαιώσεις / συντηρήσεις μεμονωμένων κτηρίων αλλά απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στο κτήριο της Οδού Πατησίων 61 (πρώην κατοικία της Μαρίας Κάλλας), κάτι που βάζει σε υποψίες ότι πρόκειται για τυχαίο κατάλογο, χρήσιμων μεν αλλά ατάκτως ερριμμένων παρεμβάσεων.

Τέλος, πληροφορηθήκαμε ότι – 17 χρόνια μετά την ήττα του από τον κ. Αβραμόπουλο – ο κ. Πάγκαλος καταφέρνει επιτέλους να γίνει... Υπερδήμαρχος Αθηναίων, έστω δια της πλαγίας οδού!

Τα παραπάνω μέτρα, παρ’ όλες τις επιμέρους κριτικές και επιφυλάξεις, έχουν θετικά στοιχεία και θα μπορούσαν να αποτελέσουν, αν αποκτήσουν σαφή χαρακτήρα και εφαρμοστούν πιστά και με σταθερότητα, ένα πλαίσιο αντιμετώπισης των προβλημάτων της Αθήνας.

Ωστόσο, φαίνεται να πάσχουν από αποσπασματικότητα και από μια ατολμία ως προς τις ιδέες που τα διαπνέουν.
Η αποσπασματικότητα φανερώνεται από την απουσία: α) ιεράρχησης των επιμέρους δράσεων (ουσιαστικά πρόκειται περί καταλόγου όπου το κάθε υπουργείο «συνεισέφερε» ότι μπορούσε), β) χρονοδιαγράμματος εφαρμογής τους και γ) αναφοράς των μεταξύ τους διασυνδέσεων, όπως θα απαιτείτο να γίνει σε κάθε καλοστημένο πρότζεκτ. Παράλληλα απουσιάζει οποιαδήποτε, έστω και κατά προσέγγιση, προσπάθεια οικονομικής αποτίμησης των μέτρων που εξαγγέλθηκαν και  σύγκρισής τους με τυχόν οικονομικά αποδοτικότερες εναλλακτικές. Σαφής απόδειξη της συνεχιζόμενης λειτουργίας του δημοσίου ωσάν να βρισκόμαστε ακόμη στην προ κρίσης εποχή των παχιών αγελάδων.
Η ιδεολογική ατολμία / οκνηρία, αναδεικνύεται όχι τόσο από τα μέτρα που προτείνονται όσο από αυτά που δεν προτείνονται, αλλά θα μπορούσαν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην αλλαγή κλίματος και στην αντιμετώπιση του βασικού προβλήματος της πόλης, δηλ. της εγκληματικότητας.
Ως τέτοια συγκεκριμένα μέτρα θα ανέφερα:
  1. Την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ανιάτων, έτσι ώστε να πάψουν να υπάρχουν νησίδες ανομίας και παρανομίας στο κέντρο των πόλεων
  2. Την αποποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και τη θεσμοθέτηση / ρύθμιση της παροχής τους από συγκεκριμένα, πολλαπλά κανάλια διανομής, δημόσια και ιδιωτικά (καθώς μεγάλο μέρος της εγκληματικότητας και της υποβάθμισης του κέντρου σχετίζεται με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, η οποία επιπλέον απασχολεί άσκοπα αστυνομικές δυνάμεις)
  3. Την παρακολούθηση και σύλληψη των μεγαλοδιακινητών / λαθρεμπόρων που ευθύνονται για το παραεμπόριο στα πεζοδρόμια της Αθήνας [ανακοινώθηκε και εν μέρει γίνεται ήδη]. Παροχή αμνηστίας / πράσινης κάρτας / άδειας διαμονής στους μικροδιακινητές που θα δώσουν στοιχεία στην αστυνομία για αυτό το θέμα.
  4. Την κατάργηση όλων των κλειστών επαγγελμάτων (γιατί η ανεργία τροφοδοτεί την παραοικονομία και αυτή την εγκληματικότητα)
  5. Τη μείωση των φόρων στην ακίνητη περιουσία για να πάρει ξανά μπροστά η οικοδομική δραστηριότητα (μείωση της ανεργίας, όπως ανωτέρω)
  6. Τη θεσμοθέτηση της κίνησης των μικρο-διαδηλώσεων (κάτω των 500-1000 ατόμων) μόνο στην αριστερή λωρίδα των οδών για τη διευκόλυνση της κίνησης στο κέντρο (οι διαδηλωτές ας αναπροσαρμόσουν το πλάτος των πανώ τους ή ας τα αντικαταστήσουν με πλακάτ...)
Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση θα μπορούσε να δεσμευτεί έναντι του Δήμου Αθηναίων (και άλλων υποβαθμισμένων δήμων του Λεκανοπεδίου) ότι θα «πάρουν» από το πρώην Αεροδρόμιο του Ελληνικού το τμήμα που δικαίως τους αναλογεί για δημιουργία ανοιχτών δημόσιων χώρων.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Σαν να μην υπάρχει αύριο...

Είναι βράδυ Κυριακής, 22 Μαΐου 2011, και φαίνεται ότι η Δευτέρα Παρουσία πήρε αναβολή. Παρά την «προφητεία» του 89χρονου πάστορα από την Καλιφόρνια, δεν έχουν συμβεί ακόμη τα γεγονότα που εναργώς, αλλά αόριστα χρονικώς, περιγράφει η Αποκάλυψη του Ιωάννη.

Το ειρωνικό χαμόγελο είναι η συνήθης αντίδραση που διαπίστωσα αναφορικά με τη νέα αποτυχία χρονικού προσδιορισμού του Τέλους του Κόσμου. Ειρωνικά σχόλια άκουσα και για τους αγαθούς εκείνους που πείστηκαν ότι δεν υπάρχει αύριο και, αναλαμβάνοντας όσα χρήματα μπορούσαν από τραπεζικούς λογαριασμούς και πιστωτικές κάρτες, γλέντησαν με αυτά τις τελευταίες (όπως νόμιζαν) ημέρες της ζωής τους. Δυστυχώς γι' αυτούς, αύριο φαίνεται να υπάρχει και προφανώς θα είναι πολύ πιο σκούρο από το χθες τους.

Πριν συμμετάσχετε αυθορμήτως στο κακεντρεχές κλίμα, σκεφτείτε μήπως ατομικά και συλλογικά φερθήκαμε κι εμείς σαν να μην υπάρχει αύριο.
  • Μήπως τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά είναι αυτά που μέχρι προ τινος συνωστίζονταν στις τράπεζες για δανεικά, θεωρώντας υποσυνείδητα πως δε θα υπάρξει το αύριο της αποπληρωμής;
  • Μήπως το ασφαλιστικό μας σύστημα οδηγούνταν μαθηματικά σε κατάρρευση, αλλά θεωρούσαμε ότι την ημέρα της κρίσεως δεν θα είμαστε εκεί;
  • Μήπως οι ανεξέλεγκτες χωματερές σε κάθε νησί, κάθε βουνό, κάθε ποτάμι, θα οδηγούσε σίγουρα σε ένα δηλητηριασμένο αύριο;
  • Μήπως το Δημόσιο μας μοίραζε λεφτά που δανειζόταν και εμείς δεν συνειδητοποιούσαμε ότι αυτό οδηγεί σε ένα αύριο μαύρο; Μήπως δεν διαμαρτυρόμασταν επειδή στο χειροπιαστό σήμερα μας δίναν λεφτά και το αύριο φάνταζε πολύ μακρινό;
Πριν λοιπόν πετροβολήσετε τον γραφικό υπέργηρο πάστορα της Καλιφόρνια, αναρωτηθείτε: μήπως όλοι μας φερθήκαμε σαν να μην υπάρχει αύριο;

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Οι αμείλικτοι αριθμοί

Στην ακατάπαυστη αρλουμπολογία περί αναδιάρθρωσης κλπ, θα ήθελα να παραθέσω απλούς, αμείλικτους αριθμούς.

Στο παραπάνω γράφημα βλέπετε 77 κουκίδες. Όσα τα δισεκατομμύρια εξόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2010.

Από αυτές, οι 54 είναι σκούρες. Όσα τα δισεκατομμύρια των εσόδων. Τα υπόλοιπα 23 γαλάζια είναι αυτά που μας λείπουν σε μια χρονιά, τα οποία και δανειστήκαμε!

Από αυτά τα 23 που μας λείπουν, τα 13 είναι τόκοι εξυπηρέτησης του Δημόσιου Χρέους. Αν γίνει αναδιάρθρωση του Χρέους μαζί με το λεγόμενο «κούρεμα» που προτείνουν οι διάφοροι φωστήρες, θα γλιτώσουμε ένα μέρος αυτών των τόκων.

Ενδεικτικά, αν δεν αναγνωρίσουμε 30% του Χρέους, πέρα από το πρόβλημα αξιοπιστίας, πέρα από το τεράστιο πρόβλημα για το (ελληνικό κυρίως) τραπεζικό σύστημα, πέρα από την τεράστια τρύπα στο ασφαλιστικό μας σύστημα, τα αποθεματικά του οποίου είναι ως επί το πλείστον... Δημόσιο Χρέος, πέρα από όλα αυτά, θα γλιτώσουμε 4 δις τόκους. Μας μένουν ακόμη 19.

Και αν ακόμα διαγράψουμε το σύνολο του Χρέους, πράγμα εντελώς ουτοπικό και καταστροφικό για το σύνολο της οικονομίας, θα γλιτώσουμε το σύνολο των τόκων, δηλαδή 13 δις. Τα υπόλοιπα 10;

Το γράφημα δείχνει σαφώς ότι το σημερινό μας πρόβλημα έγκειται στα 64 δις έξοδα (χωρίς τόκους) του Κράτους, που αντί το πολιτικό σύστημα να προσπαθήσει να συμπιέσει άμεσα στα 54 δις που εισπράττει, επιχειρεί να στραγγαλίσει τους πάντες... προκειμένου να εισπράξει και τα 64!

Πολύ βολική για το χρεοκοπημένο πολιτικό μας σύστημα η μετάθεση της συζήτησης στο τι καλά θα ήταν να γλιτώναμε 3-4 δις τόκους. Αποφεύγεται έτσι το να συζητήσουμε για τα... 64: πόσα είναι σπατάλες, πόσα διαφθορά, πόσα αργομισθία, πόσα κομματικοί στρατοί...

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

CC&C, την πληρώνεις κι εσύ!

Το Υπουργείο ανακοίνωσε ότι προσέλαβε, εκτός από την Εθνική Τράπεζα, και μια εταιρία ονόματι CC&C Advisors Ltd, για την παροχή υπηρεσιών όσον αφορά στην υποστήριξη του σχεδιασμού του προγράμματος Αναδιαρθρώσεων, Αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων εν γένει, ύψους 15 ως 50 δις ως το 2015.

Η εταιρία CC&C Advisors Ltd ιδρύθηκε στις 14/12/2010 και έχει μετοχικό κεφάλαιο 1 λίρα Αγγλίας. Στη διεύθυνση που δηλώνει ως έδρα βρέθηκα χθες, και θα ήθελα να δείτε τις σχετικές φωτογραφίες:
Αυτή είναι μια άποψη της οδού Leather Lane, στον αριθμό 100 της οποίας έχει την έδρα της η εταιρία συμβούλων. Είναι εμφανες ότι πρόκειται για δρόμο υψηλού επιχειρηματικού ενδιαφέροντος.



Και αυτό είναι το κτίριο όπου «στεγάζεται» η εταιρία:

Δείτε πιο κοντά τον πρώτο όροφο... εκεί είναι η έδρα της:

Δεν ξέρω αν θα σας εκπλήξει, αλλά κανένα κουδούνι δεν έγραφε την επωνυμία της. Χτύπησα το appartment 1, που είναι δηλωμένο ως έδρα, και η κυρία που μου απάντησε μου είπε ότι δεν υπάρχει εταιρία με τέτοιο όνομα. Έτσι, πήγα απέναντι και έφαγα ένα σαντουιτσάκι:

Είναι σίγουρο ότι κάποιοι τρώνε πολύ καλύτερα!...

Το Υπουργείο με νεότερη ανακοίνωσή του, δεν αρνείται ότι προσέλαβε την εν λόγω ανύπαρκτη εταιρία, συνεχίζει όμως την ανακοίνωση: «Το στέλεχος το οποίο παρέχει υπηρεσίες...». Υπονοεί δηλαδή ότι ολόκληρη η εταιρία είναι ένα στέλεχος. Δεν αναφέρει όμως το όνομά του, το λόγο για τον οποίο έπρεπε να προσληφθεί υπό το μανδύα ανύπαρκτης εταιρίας, το αν προηγήθηκε διαγωνιστική διαδικασία ή ήταν απευθείας ανάθεση σε «δικό μας παιδί...»

Με μεγάλη σοβαρότητα ξεκίνησαν οι αποκρατικοποιήσεις...

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

«Μη αναγνώριση χρέους», η πρόταση της (εξωπραγματικής) Αριστεράς

Διάφοροι, κοινοβουλευτικοί και εξωκοινοβουλευτικοί, και πάντως σίγουρα εξωπραγματικοί σχηματισμοί της Αριστεράς προτείνουν ως λύση στο σημερινό δημοσιονομικό αδιέξοδο την «μη αναγνώριση χρέους». Άλλοι μιλούν για μερική, άλλοι για ολική μη αναγνώριση χρέους. Το σύνθημα αυτό έχει βρει πολλούς υποστηρικτές στην κοινή γνώμη, οι οποίοι θεωρούν ότι ένας πολύ καλός τρόπος να επανέλθουμε στην προτέρα κατάσταση, να περνάμε δηλαδή κοτσάνι με δανεικά, είναι να συμπεριφερθούμε ως μπαταχτσήδες και να μην πληρώσουμε τα δάνεια που έχουμε λάβει. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί που μας τα έδωσαν είναι το ανάλγητο κεφάλαιο που πίνει το αίμα των εργαζομένων. Ας δούμε πόσο εφικτή είναι μια τέτοια λύση.

Καταρχήν η Αριστερά, πάσχουσα από μαρξιστικές εμμονές, είναι προσηλωμένη στις καταστάσεις που περιγράφει «το Κεφάλαιο» και αδυνατεί να αντιληφθεί τις σύγχρονες εξελίξεις. Δυστυχώς γι'αυτήν, τα πράγματα είναι σήμερα αρκετά διαφορετικά από ένα απλό δίπολο κεφαλαίου και εργατιάς, όπου το μεν απομυζεί και το δε πάσχει. Έτσι, η Αριστερά δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να συλλάβει και να αναλύσει την καινοτομία που παράγει πλούτο εκ του μηδενός, ούτε τις σύγχρονες μορφές εργασίας (π.χ. τηλεεργασία), ούτε τη χρηματοδότηση επενδύσεων από venture capitals, για να μη μιλήσουμε βέβαια για stock options: το κεφάλαιο αυτο-προσφέρεται στους εργαζομένους;

Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, η Αριστερά θεωρεί ως δανειστές μας κάποιους ευτραφείς, κοστουμαρισμένους καπιταλιστές με πούρο, μετόχους τραπεζών που κάθονται και ζουν με τους τόκους που πληρώνουμε εμείς. Δυστυχώς όμως και εδώ η πραγματικότητα πόρρω απέχει από τις εμμονές της Αριστεράς. Δανειστές της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι φυσικά ξένες τράπεζες, αλλά και ελληνικές, στις οποίες οι εργαζόμενοι έχουν εμπιστευτεί τις καταθέσεις τους. Δανειστής είναι και ο συνταξιούχος που κατέχει ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, δανειστής είναι και το Ασφαλιστικό Ταμείο, που του πληρώνει τη σύνταξη. Μη αναγνώριση χρέους σημαίνει ότι τα Ομόλογα που κρατούν όλοι αυτοί γίνονται εν μιά νυκτί ταπετσαρία για τον τοίχο. Στην περίπτωση αυτή, η Αριστερά, πέραν του ότι «τιμώρησε» τον υπερατλαντικό κεφαλαιοκράτη, θα πρέπει να απαντήσει στο πώς θα επιβιώσει μια ελληνική τράπεζα που έχει μετατρέψει τα 100 ευρώ που της εμπιστευτήκαμε ως καταθέσεις σε 50 δάνεια και 50 ομόλογα. Πρέπει επίσης να απαντήσει από που θα έχουν εισοδήματα τα Ασφαλιστικά Ταμεία για να συνεχίσουν να πληρώνουν κανονικά τις συντάξεις.

Ας πούμε λοιπόν ότι το ερώτημα απαντάται με ένα απλό δε μας ενδιαφέρει, κρατικοποιούμε τις τράπεζες με ένα ευρώ την καθεμιά, το Κράτος εγγυάται τις καταθέσεις και πληρώνει απευθείας τις συντάξεις. Μέχρι στιγμής λοιπόν καταφέραμε να έχουμε χρέος μηδέν, με κόστος:

α) να μη μας ξαναδανείζει κανείς

β) να κρατικοποιήσουμε όλο τον τραπεζικό τομέα

γ) να πληρώνει το κράτος όλες τις συντάξεις

Καταφέραμε δηλαδή με το παραπάνω κόστος να απαλλαγούμε από έξοδα τόκων 13 δις το χρόνο (2010). Μας μένει το μικρό προβληματάκι ότι τα έσοδα του Κράτους είναι 54 δις και τα έξοδα 64 (πλέον 13 δις τόκων). Μας λείπουν δηλαδή ακόμη 10 δις, τα οποία δεν θα μας τα δανείζει κανείς από το εξωτερικό, δεν θα υπάρχει καν τραπεζικός τομέας στο εσωτερικό, ενώ ευρώ δεν μπορούμε έτσι κι αλλιώς να τυπώσουμε. Και όλα αυτά εάν γίνει ολική άρνηση χρέους. Δηλαδή με μια άρνηση... 30%, θα γλιτώσουμε μόλις 4 δις από τους τόκους που πληρώνουμε σήμερα και θα πρέπει να βρούμε άλλα... 19!

Κάπου εδώ η Αριστερά ολοκληρώνει την πρότασή της και μας αφήνει να βρούμε λύση. Γι'αυτήν, τα 10 υπολοιπόμενα δις μάλλον πρέπει να πληρώσει το Κεφάλαιο, αδιαφορώντας για το πόσο από αυτό θα έχει απομείνει στη χώρα εάν εφαρμοστεί η «πρότασή» της.

Θεωρώ ότι η Αριστερά δεν προτείνει τη μη αναγνώριση χρέους ως λύση στο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, αλλά μάλλον ως λύση στο υπαρξιακό πρόβλημα της ίδιας: Η υιοθέτηση μιας τέτοιας λύσης θα επέφερε χωρίς καθυστέρηση άμεση κατάρρευση της οικονομίας και της κοινωνίας και πλέον μόνο με κάτι τέτοιο θα μπορούσε η εξωπραγματική Αριστερά να ελπίζει ότι μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο. Ας το έχουν αυτό υπόψη όσοι ακρίτως παπαγαλίζουν το «μη αναγνώριση χρέους!».

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Δυσάρεστες αλήθειες για την Ελληνική οικονομία

Από τις ατελείωτες σελίδες αναλύσεων που έχουν γραφτεί για την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της, ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις αυτών που μπαίνουν στην καρδιά του προβλήματος και επιδιώκουν μια ψύχραιμη αποτίμηση της κατάστασης, προτείνοντας επιπλέον ενδεδειγμένα επόμενα βήματα αυτών που χαράσσουν πολιτική. Συνήθως αυτές οι φωνές είναι περιθωριοποιημένες και δεν ακούγονται στο ευρύ κοινό. Αυτοί που επηρεάζουν τη χάραξη πολιτικής (κυβέρνηση, κόμματα αντιπολίτευσης, ΜΜΕ, άλλοι θεσμικοί παράγοντες) επιμένουν σε ρηχές προσεγγίσεις, με έντονη δόση λαϊκισμού αναζητώντας εχθρούς, συνήθως εκτός Ελλάδας και όχι λύσεις. Παρακάτω θα προσπαθήσω να συνοψίσω κάποιες διαπιστώσεις που πιστεύω είναι σημαντικό να εκτεθούν συγκεντρωμένες:
Η Ελληνική οικονομία έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει. Η δανειακή σύμβαση που υπογράψαμε το Μάιο παρατείνει για την Ελληνική οικονομία τεχνητά και μόνο ένα καθεστώς βιωσιμότητας. Το μνημόνιο είναι μέρος μιας δανειακής σύμβασης που βασικό στόχο έχει να επιστραφούν τα χρήματα στους δανειστές. Προϋπόθεση για αυτό είναι να μπουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά της χώρας ώστε να μπορέσει αυτή να αποπληρώσει τόκους και χρεολύσια στους δανειστές της. Συμπτωματικά η τακτοποίηση του οίκου μας εξυπηρετεί και τους πολίτες της χώρας. Υπάρχει δηλαδή μια σύμπτωση στόχων μεταξύ Ελλήνων πολιτών και δανειστών τουλάχιστον ως προς αυτό. Το μνημόνιο δεν είναι κάτι στατικό, τροποποιείται και αναθεωρείται αναλόγως των εξελίξεων στην Ελλάδα και στο γενικότερο οικονομικό κλίμα, όπου αυτό επηρεάζει την εφαρμογή του. Μέχρι τώρα, οι στόχοι του κατά βάση επιτυγχάνονται και οι προβλέψεις επιβεβαιώνονται. Η ύφεση που διέρχεται η ελληνική οικονομία δεν είναι αποτέλεσμα του μνημονίου αλλά της ουσιαστικής της πτώχευσης και της έλλειψης νέων δανεικών για κατανάλωση. Το μνημόνιο διαχειρίζεται μια κατάσταση, δεν την προκαλεί.
Στόχος του μνημονίου είναι να φέρει το έλλειμμα σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Αυτό είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι ικανή από μόνη της για τη μείωση του χρέους. Η επιμήκυνση, η μείωση των επιτοκίων και τελικά η αναδιάρθρωση (με όποιον τρόπο κι αν επιλεγεί να γίνει) είναι οι επιπλέον ενέργειες που χρειάζονται για τη μείωση του χρέους. Από την άλλη όμως, αυτές δεν καθιστούν την ανάγκη μείωσης του ελλείμματος (και την εφαρμογή του μνημονίου) περιττή, αντίθετα η μείωση του ελλείμματος είναι προαπαιτούμενο για την εφαρμογή τους. Κανείς κάτοχος τίτλου Ελληνικού δημοσίου δεν θα κάτσει να διαπραγματευτεί αλλαγή των όρων της συμφωνίας με το Ελληνικό δημόσιο αν δεν έχει πειστεί με σιγουριά ότι το έλλειμμα θα γίνει σχετικά σύντομα πλεόνασμα, οπότε και δε θα χρειαστεί να επαναλάβει την ίδια διαδικασία μετά από λίγα χρόνια. Αφού ολοκληρωθούν τα παραπάνω θα μπορεί η Ελληνική κυβέρνηση να ξαναβγεί στις αγορές κεφαλαίου για δανεισμό και όχι νωρίτερα. Η χρονική σειρά λοιπόν είναι μείωση του ελλείμματος το γρηγορότερο δυνατό, εν συνεχεία διαπραγμάτευση για το θέμα αναδιάρθρωσης του χρέους και τέλος επιστροφή στις αγορές. Το σενάριο σύμφωνα με το οποίο η αναδιάρθρωση μειώνει την προσπάθεια προσαρμογής δεν έχει δυνατότητα εφαρμογής. Αναφορικά πάντως με την αναδιάρθρωση στόχος της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι ο περιορισμός των συνεπειών σε αυτούς που θίγονται απ’ αυτήν. Κι επειδή στις κεφαλαιαγορές έχει ήδη προεξοφληθεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, θεωρώ ότι οι τιμές των μετοχών των τραπεζών και οι κεφαλαιακές ενισχύσεις τους αντικατοπτρίζουν αυτήν ακριβώς τη υπόθεση. Εκτιμώ λοιπόν ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να καταστρώσει ένα σχέδιο διαχείρισης των συνεπειών ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης στα ασφαλιστικά ταμεία (ελπίζω να το κάνει ήδη με άκρα μυστικότητα). Επιπλέον είναι προφανές ότι η πώληση ή μακροχρόνια μίσθωση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, που παραμένουν ανεκμετάλλευτα παράγοντας μόνο δαπάνες, θα προσφέρει φορολογικά έσοδα και απασχόληση συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μείωση του χρέους.
Μιλώντας για απασχόληση περνάμε στην πολυπόθητη ανάπτυξη, η οποία δυστυχώς ούτε νομοθετείται ούτε εξαγγέλλεται. Το ΑΕΠ μιας χώρας είναι το άθροισμα της κατανάλωσης (C), των επενδύσεων (I), των κυβερνητικών δαπανών (G) και των καθαρών εξαγωγών (NX). Στην Ελληνική οικονομία όπως την ξέραμε η κατανάλωση και οι κυβερνητικές δαπάνες ήταν οι πυλώνες της, στρεβλής όπως αποδείχτηκε περίτρανα, ανάπτυξης της οικονομίας. Από δω και πέρα οι κυβερνητικές δαπάνες θα μειώνονται συνεχώς για αρκετά χρόνια. Η κατανάλωση έχει μειωθεί αρκετά ελλείψει άφθονων και φθηνών δανεικών καθώς και λόγω ύφεσης και αντίστοιχων προσδοκιών μελλοντικών εισοδημάτων και δύσκολα θα ανακάμψει και μάλιστα σε καμία περίπτωση στα επίπεδα προ κρίσης. Μας μένουν επενδύσεις και εξαγωγές που θα πρέπει πρώτα να καλύψουν το κενό της μείωσης των (C) και (G) αλλά και να αυξήσουν το εγχώριο προϊόν. Δυστυχώς οι παραγωγικοί πόροι της ελληνικής οικονομίας ήταν προσανατολισμένοι προς το (C) και το (G). Κατά συνέπεια θα λάβει χώρα ένας ριζικός αναπροσανατολισμός τους (συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας) προς το (I) και το (NX). Εν ολίγοις κάποιες από τις θέσεις απασχόλησης που καταργούνται, πχ στο λιανικό εμπόριο, δε θα επανέλθουν ποτέ στην οικονομία. Κάποιες άλλες που τεχνητά δεν έχουν καταργηθεί ακόμα (πχ δημόσιοι υπάλληλοι) θα πρέπει σταδιακά να καταργηθούν ώστε να απελευθερώσουν πόρους προς νέες δραστηριότητες που θα πρέπει να αναπτύξει η Ελληνική οικονομία. Πολλοί άλλοι επαγγελματίες – κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες - θα πρέπει επίσης να αλλάξουν απασχόληση. Χρειαζόμαστε λιγότερους δικηγόρους, μηχανικούς, φαρμακοποιούς, δημοσιογράφους και πολλούς άλλους και πρέπει ν’ αφήσουμε την αγορά να καθορίσει πόσοι είναι αυτοί ώστε άνθρωποι ικανοτήτων και μόρφωσης να μετακινηθούν σε άλλες εξωστρεφείς δραστηριότητες που θα φέρουν την ανάπτυξη. Αυτή η προσαρμογή δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη – θα πάρει κάποια χρόνια και είναι ιδιαίτερα επίπονη γι’ αυτούς που τη βιώνουν, παρ’ όλα αυτά είναι απαραίτητη. Τέλος χρειαζόμαστε, σε συνδυασμό με τα παραπάνω, ένα θεσμικό πλαίσιο που θα διευκολύνει (χωρίς να χαρίζει, η να επιδοτεί – απλά να μην δημιουργεί προσχώματα) τις επενδύσεις, κυρίως ξένες, που έχει μεγάλη ανάγκη η οικονομία.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Από το 1-1-4 στο «έλα καημένε, Σύνταγμα είναι...»

Στη δημόσια ζωή, όλα είναι θέμα ισορροπιών. Υπάρχουν νόμοι που αποτρέπουν παράνομες ενέργειες. Υπάρχει Σύνταγμα που επιτρέπει θέσπιση νόμων μόνο εντός του πλαισίου του. Υπάρχουν Ανεξάρτητες Αρχές που θεσπίστηκαν ως αντίβαρο προς τις στρεβλώσεις του κρατικού μηχανισμού. Υπάρχουν (υποτίθεται) ανεξάρτητες εξουσίες, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική, προκειμένου να αλληλοσυμπληρώνονται και να αλληλοελέγχονται (άλλο που στις μέρες μας έχουν ατονίσει και συγκλίνει στο πρόσωπο του εκάστοτε πρωθυπουργού). Σε κάθε περίπτωση, οι οργανωμένες κοινωνίες δημιουργούν θεσμούς και διαδικασίες που να αποτρέπουν τις αυθαιρεσίες και τις εκτροπές. Υπάρχει εντέλει ο ίδιος ο λαός, ο οποίος ελέγχει τις αποφάσεις που παίρνονται...

Στον τόπο μας συντελέστηκε τα τελευταία 30 χρόνια ένα προφανές έγκλημα, αυτό της υπερχρέωσης. Μια ολόκληρη γενιά κατανάλωσε πολύ περισσότερα από όσα παρήγαγε, και όσα της έλειψαν τα φόρτωσε, μέσω του δανεισμού, στις επόμενες. Στο έγκλημα αυτό δυστυχώς δεν υπήρξε αντίβαρο. Κανείς νόμος δεν απαγόρευσε τις προσλήψεις από το παράθυρο. Κανένα Σύνταγμα δεν απαγόρευσε την ψήφιση ελλειματικών προϋπολογισμών. Κανείς θεσμός (Ελεγκτικό Συνέδριο ίσως;) δεν μπορούσε να αναγκάσει προδήλως ψευδείς προϋπολογισμούς να καταπέσουν. Κανένα κόμμα δεν είχε συμφέρον να βάλει φρένο στο πλιάτσικο που συντελούνταν εις βάρος του δημοσίου χρήματος, διότι απλούστατα θα ροκάνιζαν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται... Όσο για τον λαό, αυτός δεν αντιδρούσε διότι... από τα δανεικά έτρωγε κι αυτός!

Τώρα, εν μέσω χρεωκοπίας ουσιαστικά, έρχεται στη δημόσια συζήτηση η πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της ψήφισης μη ελλειματικών προϋπολογισμών. Η ιδέα δεν είναι βεβαίως πανάκεια, για πρώτη φορά όμως προτείνεται να υπάρχει ένα αντίβαρο εκεί που μέχρι σήμερα ουδείς μπορούσε να αποτρέψει το Ελληνικό Δημόσιο να καταναλώνει περισσότερα από όσα εισπράττει. Ούτε κενοφανής είναι τέτοιου είδους συνταγματική κατοχύρωση: η ταλαιπωρημένη από τον υπερπληθωρισμό των δύο Πολέμων Γερμανία, στο πρώτο της μεταπολεμικό Σύνταγμα κατοχύρωσε τη σταθερότητα του νομίσματός της ως προτεραιότητα, πράγμα που κατέστησε το Μάρκο ένα από τα σταθερότερα νομίσματα του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, κάθε κοινωνία προσπαθεί να διαγνώσει τέτοιου είδους ανισορροπίες και να τις θεραπεύσει με τον κατάλληλο τρόπο.

Στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται επ'αυτού, παρενέβη σήμερα με ένα κατά τη γνώμη μου επαίσχυντο άρθρο ένας κατεξοχήν εκπρόσωπος της γενιάς που υπερχρέωσε τη χώρα και καλοπέρασε με τα δανεικά: ο κ. Βαρβιτσιώτης. Στο άρθρο του αυτό εν πολλοίς αναφέρει ότι αφού πολλές διατάξεις του Συντάγματος δεν ορίζουν και κυρώσεις για τυχόν παραβίασή τους, δεν θα μας σώσει άλλη μια τέτοια που να ορίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα. Ο κ. Βαρβιτσιώτης δηλαδή δεν προτείνει π.χ. τη θεσμοθέτηση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ή άλλου θεσμού, που θα μπορούσε να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν συνταγματικές διατάξεις που αδρανούν. Μας είπε απλά ότι αφού όλοι μας γράφουμε το Σύνταγμα στα παλιά μας τα παπούτσια, δεν υπάρχει κανείς λόγος να το φορτώνουμε με επιπλέον περιττές διατάξεις.

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για τη θλιβερή ομολογία ξεπεσμού μιας ολόκληρης γενιάς από τις μαζικές διαδηλώσεις με σύνθημα το 1-1-4 (την ακροτελεύτια διάταξη του προηγούμενου Συντάγματος, με βάση την οποία η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων), στο «έλα καημένε, Σύνταγμα είναι, κανείς δεν το εφαρμόζει». Πρόκειται για τραγικό ξεπεσμό, που αποδεικνύει ότι αυτή η γενιά αδυνατεί όχι απλώς να αποτρέψει την καταστροφή, αλλά ακόμη και να κατανοήσει ότι αυτή την έχει προκαλέσει! Φοβάμαι ότι πλέον μοναδική ελπίδα για τον τόπο είναι να βγει η επόμενη γενιά στους δρόμους, με σύνθημα ένα νέο 1-1-4...

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Κλειστά επαγγέλματα ( 3 / 3): «Ξεναγός»: ένα ακόμη κλειστό επάγγελμα, μια ακόμη ένδειξη παρωχημένης λογικής

Συνεχίζω την αναφορά στα κλειστά επαγγέλματα (βλ. μέρος 1 και μέρος 2) με ένα κλειστό επάγγελμα που δεν έχει ακόμη απασχολήσει ιδιαίτερα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και για το οποίο σε πρώτη ανάγνωση δεν επιφέρει καμία αλλαγή το πρόσφατο νομοσχέδιο περί απελευθέρωσης κλειστών επαγγελμάτων. Αυτό του ξεναγού.
Σύμφωνα με τα έως τώρα ισχύοντα, η άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού ρυθμίζεται νομοθετικά (όπως τα πάντα στη χώρα μας...) με βάση το Νόμο 710/1977 (ΦΕΚ 283 Α) όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 309/1987 (ΦΕΚ 149 Α) και το Νόμο 3766/2009 (ΦΕΚ 102 Α). Σύμφωνα με τη νομοθεσία:
«Ξεναγός (εξηγητής), κατά την έννοιαν του παρόντος είναι ο συνοδεύων αλλοδαπούς ή ημεδαπούς περιηγητάς ή επισκέπτας της χώρας, καθοδηγών αυτούς και υποδεικνύων τα αξιοθέατα του τόπου, αρχαία ή ιστορικά μνημεία, καλλιτεχνικά έργα πάσης εποχής, επεξηγών εις αυτούς την σημασίαν αυτών, τον προορισμόν και την ιστορίαν των και παρέχων γενικωτέρας πληροφορίας περί της αρχαίας και της νεωτέρας Ελλάδος.»
«...Άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ξεναγού χορηγείται σε Έλληνες πολίτες και υπηκόους κρατών-μελών της ΕΕ, κατόχους διπλώματος Σχολής Ξεναγών του Οργανισμού Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΤΕΚ) [πρώην σχολές ΕΟΤ], οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις των υποπεριπτώσεων δδ’και εε’ της περίπτωσης β’...»
Υπήρξε σκέψη μερικού μόνο ανοίγματος του συγκεκριμένου επαγγέλματος κατά το 2009 (μόνο για τους πτυχιούχους αρχαιολογίας ή ιστορίας τέχνης) αλλά μετά από αντίδραση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξεναγών και αυτό ακόμη το μικρό άνοιγμα απετράπη.
Σημειώνεται ότι ο νόμος δεν συσχετίζει καν τις παραπάνω δραστηριότητες με την παροχή αμοιβής. Δηλ., αν ο οποιοσδήποτε από μας έχει κάποιους φιλοξενούμενους από το εξωτερικό (ή το εσωτερικό) και θελήσει να τους «ξεναγήσει» στα μέρη του, να τους μιλήσει δηλαδή δείχνοντας τους κάτι τριγύρω, κινδυνεύει να θεωρηθεί παραβάτης του νόμου και να συλληφθεί!
Ενδεικτικά, είχα πρόσφατα κουβέντα με οδηγό σε εθνικό δρυμό της χώρας [αποφεύγω ενσυνείδητα να γίνω πιο σαφής...] ο οποίος μου εκμυστηρεύτηκε ότι του έχουν γίνει «συστάσεις» να μην μιλάει κατά την –μακρά– διαδρομή μεταφοράς των επισκεπτών από το σημείο Α στο σημείο Β έτσι ώστε, όταν οι επισκέπτες φτάσουν στο σημείο Β «να έχουν κάτι να τους πουν και οι ξεναγοί» και να αισθάνονται υποχρεωμένοι να ζητήσουν και υπηρεσίες ξεναγού...

Τι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό διδάσκονται οι ξεναγοί στις σχολές τους;
Οι σπουδές στις Σχολές Ξεναγών του ΕΟΤ διαρκούν δυόμισι συνολικά χρόνια και είναι υποχρεωτικές για την απόκτηση άδειας εξάσκησης επαγγέλματος. Μέσα σε αυτά τα δυόμισι χρόνια οι μελλοντικοί επαγγελματίες ξεναγοί έρχονται σε επαφή με διαφορετικές πλευρές της ελληνικής ιστορίας (αρχαία ως νεώτερη), της τέχνης, της αρχαιολογίας, θρησκειολογίας, λογοτεχνίας, λαογραφίας, γεωγραφίας, οικολογίας, παλαιοντολογίας, σπηλαιολογίας, τουριστικής – αρχαιολογικής νομοθεσίας, και διδάσκονται και κάποια άλλα «πρακτικά» θέματα (ορθοφωνία, πρώτες βοήθειες, θέματα τουριστικών πρακτορείων κτλ.). Κατά μέσο όρο η διδασκαλία διαρκεί περίπου 40 ώρες για κάθε μάθημα (αν πρόκειται για «διδακτικές ώρες» αυτομάτως πέφτουμε στις 30 ώρες για κάθε μάθημα...)

Από το πλήθος και το εύρος των διδασκόμενων θεμάτων προκύπτει ότι είναι αδύνατο οι ξεναγοί να εμβαθύνουν σε οποιοδήποτε από αυτά και απλώς παίρνουν «μία γενική ιδέα» για κάθε τομέα. Μόνο εκ των υστέρων μπορούν (με προσωπικό διάβασμα και την εμπειρία τους) να αποκτήσουν πραγματικά γνώσεις με βάθος. Άρα, προκύπτουν κάποια σημαντικά ερωτήματα:

1) Γιατί να μην έχει τη δυνατότητα διενέργειας ξεναγήσεων κάποιος ειδικευμένος σε έναν από τους διδασκόμενους τομείς, αλλά να πρέπει να περάσει δυόμισι χρόνια απ’ τη ζωή του στη Σχολή Ξεναγών; Δεν είναι αστείο οι διδάσκοντες στις Σχολές Ξεναγών να μην επιτρέπεται να κάνουν ξεναγήσεις; Γιατί να πρέπει κάποιος να παρακολουθήσει ένα σωρό «άσχετα» μαθήματα (π.χ. αρχαιολογίας) αν ενδιαφέρεται να προσφέρει ξεναγήσεις σε ένα συγκεκριμένο τομέα (π.χ. σπηλαιολογία;)

2) Γιατί είναι προτιμότερο από απόψεως τουριστικής πολιτικής και αναβάθμισης του τουριστικού προϊόντος –το έτος 2010- να «προωθούνται» ξεναγοί γενικών, εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και να μην αφήνονται να βγουν στην αγορά και ξεναγοί εξειδικευμένοι σε συγκεκριμένα θέματα με βάση τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα / γνώσεις; Ισχυρίζομαι ότι η οποιαδήποτε ρύθμιση του συγκεκριμένου επαγγέλματος τη σημερινή εποχή είναι και ξεπερασμένη αλλά και μάταιη. Πιθανώς δε, το μόνο που επιτυγχάνει είναι να ομογενοποιεί (και άρα να κάνει λιγότερο ανταγωνιστικό) το ελληνικό τουριστικό προϊόν και να μειώνει ακόμη περισσότερη την «πίττα» του επαγγέλματος των ξεναγήσεων με τη μορφή που αυτές παραδοσιακά διεξάγονται. (βλ. και σημείο 3)

3) Νομίζει ο νομοθέτης που ορίζει το πρόγραμμα της κρατικής σχολής ξεναγών ότι μπορεί να προβλέψει όλα τα αντικείμενα ενδιαφέροντος ενός επισκέπτη; Στη Γερμανία, γνωστή έγινε πρόσφατα η ξεναγός Anna Haase η οποία προσφέρει ξεναγήσεις στις δημόσιες τουαλέτες του Βερολίνου! Θα δέχονταν οι υπεύθυνοι μιας κρατικής σχολής να εντάξουν στο πρόγραμμά τους ένα τέτοιο αντικείμενο; Και αν υποθέσουμε ότι υπερέβαιναν τη μοιραία γραφειοκρατική σοβαροφάνεια και έπαιρναν και την έγκριση των πολιτικών προϊσταμένων τους, τι θα γινόταν με την επόμενη παράξενη ιδέα;

4) Εν τέλει, γιατί να πρέπει να κατέχει κάποιος άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ξεναγού; Πιστεύει ο νομοθέτης ότι δεν μπορεί η (τουριστική) αγορά και η καλή / κακή φήμη του κάθε ξεναγού να ξεσκαρτάρουν τους μεν από τους δε; Ιδίως στην εποχή του διαδικτύου και της ευρείας και εύκολης διάδοσης της πληροφορίας; Και γιατί να μην είναι αυτή η άδεια έστω προαιρετική; Ο "ξεναγός" να υποχρεούται απλώς και μόνο να δηλώνει αν είναι ή δεν είναι πιστοποιημένος (και ο τουρίστας να κάνει την επιλογή του...).

Νομίζω ότι η διατήρηση αναχρονιστικών ρυθμίσεων (άδεια εξάσκησης επαγγέλματος ξεναγού με μεγάλο κόστος εισόδου στο επάγγελμα) και θεσμών (κρατικές σχολές ξεναγών) μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: Η πρώτη εξήγηση είναι η συνήθης σε όλες αυτές τις περιπτώσεις: η διατήρηση της υπάρχουσας δημόσιας γραφειοκρατίας καθώς και των «προνομίων αποκλειστικότητας» που έχουν αποσπάσει οι έως τώρα κατέχοντες την άδεια επαγγέλματος.

Ειδικά όμως σε αυτό τον κλάδο υπάρχει και μια δεύτερη, επιπρόσθετη, ερμηνεία: Το γεγονός ότι οι ξεναγοί, ως επί το πλείστον, δεν είναι εξειδικευμένοι σε κανένα από τα αντικείμενα που διδάσκονται ευνοεί την προσπάθεια άσκησης κρατικού ελέγχου στη γνώση και –στην ουσία– είναι ένα σύστημα άσκησης κρατικής προπαγάνδας (και αποκλεισμού ή περιορισμού της διατύπωσης εναλλακτικών απόψεων). Δέστε για παράδειγμα το ακραίο παράδειγμα που συναντάται σε αρχαιολογικούς χώρους στην Τουρκία (είναι πιο εύκολο να βλέπεις τα σφάλματα του άλλου) σχετικά με τη συστηματική αποφυγή αναφοράς στην «Ελλάδα» και τους «αρχαίους Έλληνες» και προβληματιστείτε για τα κίνητρα του δικού μας νομοθέτη...

Κάτι τέτοιο όμως, πέρα από ανελεύθερο είναι πλέον και μάταιο. Στη σημερινή εποχή των έξυπνων κινητών τηλεφώνων, των ταμπλετών, των mp3 players, των εφαρμογών GPS αλλά και των «κλασσικών» (εκτός Ελλάδας) ηλεκτρονικών – ακουστικών συστημάτων ξενάγησης, όπου ο καθένας μπορεί να έχει στ’ αυτιά του τα ακουστικά και να ακούει στο δικό του ρυθμό μια ξενάγηση, δεν φαντάζει ως απέλπιδα, οπισθοδρομική και ενδεικτική ανασφάλειας η όποια προσπάθεια απαγόρευσης και λογοκρισίας;

Με τα παραπάνω δεν αρνούμαι το πιθανό όφελος που θα είχε η ύπαρξη κάποιου είδους εκπαίδευσης ή πιστοποίησης γνώσεων ή κατάρτισης για όσους ενδιαφέρονται να εργαστούν ως ξεναγοί. Αυτή όμως η εκπαίδευση θα μπορούσε να είναι προαιρετική και να θεωρείται απλώς ένα επιπλέον προσόν (εφόσον αποδεικνύεται και στην πράξη ως τέτοιο...) για τους κατόχους της. Στις περισσότερες πόλεις των ΗΠΑ δεν είναι απαραίτητο να διαθέτεις επίσημη εκπαίδευση για να εργαστείς ως ξεναγός ενώ σε ελάχιστες πόλεις απαιτείται σύντομη εκπαίδευση (π.χ. ενός μήνα). Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αρκεί η επιτυχία σε εξετάσεις (που διοργανώνονται από το κράτος αρκετές φορές το χρόνο) ή η πιστοποίηση βάσει του σχετικού προτύπου ISO ή αδειοδότηση βάσει γνώσης ξένων γλωσσών και πανεπιστημιακού πτυχίου. Σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. Γαλλία) απαιτείται (αν κάποιος δεν κατέχει άλλα πτυχία) η φοίτηση σε σχολή διάρκειας ενός έτους. Σε καμία περίπτωση δεν απαιτούνται και εξετάσεις και σπουδές δυόμισι ετών που συνιστούν μέγιστο και αδικαιολόγητο εμπόδιο εισόδου στο συγκεκριμένο επάγγελμα.