Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Κλειστά επαγγέλματα ( 3 / 3): «Ξεναγός»: ένα ακόμη κλειστό επάγγελμα, μια ακόμη ένδειξη παρωχημένης λογικής

Συνεχίζω την αναφορά στα κλειστά επαγγέλματα (βλ. μέρος 1 και μέρος 2) με ένα κλειστό επάγγελμα που δεν έχει ακόμη απασχολήσει ιδιαίτερα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και για το οποίο σε πρώτη ανάγνωση δεν επιφέρει καμία αλλαγή το πρόσφατο νομοσχέδιο περί απελευθέρωσης κλειστών επαγγελμάτων. Αυτό του ξεναγού.
Σύμφωνα με τα έως τώρα ισχύοντα, η άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού ρυθμίζεται νομοθετικά (όπως τα πάντα στη χώρα μας...) με βάση το Νόμο 710/1977 (ΦΕΚ 283 Α) όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 309/1987 (ΦΕΚ 149 Α) και το Νόμο 3766/2009 (ΦΕΚ 102 Α). Σύμφωνα με τη νομοθεσία:
«Ξεναγός (εξηγητής), κατά την έννοιαν του παρόντος είναι ο συνοδεύων αλλοδαπούς ή ημεδαπούς περιηγητάς ή επισκέπτας της χώρας, καθοδηγών αυτούς και υποδεικνύων τα αξιοθέατα του τόπου, αρχαία ή ιστορικά μνημεία, καλλιτεχνικά έργα πάσης εποχής, επεξηγών εις αυτούς την σημασίαν αυτών, τον προορισμόν και την ιστορίαν των και παρέχων γενικωτέρας πληροφορίας περί της αρχαίας και της νεωτέρας Ελλάδος.»
«...Άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ξεναγού χορηγείται σε Έλληνες πολίτες και υπηκόους κρατών-μελών της ΕΕ, κατόχους διπλώματος Σχολής Ξεναγών του Οργανισμού Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΤΕΚ) [πρώην σχολές ΕΟΤ], οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις των υποπεριπτώσεων δδ’και εε’ της περίπτωσης β’...»
Υπήρξε σκέψη μερικού μόνο ανοίγματος του συγκεκριμένου επαγγέλματος κατά το 2009 (μόνο για τους πτυχιούχους αρχαιολογίας ή ιστορίας τέχνης) αλλά μετά από αντίδραση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξεναγών και αυτό ακόμη το μικρό άνοιγμα απετράπη.
Σημειώνεται ότι ο νόμος δεν συσχετίζει καν τις παραπάνω δραστηριότητες με την παροχή αμοιβής. Δηλ., αν ο οποιοσδήποτε από μας έχει κάποιους φιλοξενούμενους από το εξωτερικό (ή το εσωτερικό) και θελήσει να τους «ξεναγήσει» στα μέρη του, να τους μιλήσει δηλαδή δείχνοντας τους κάτι τριγύρω, κινδυνεύει να θεωρηθεί παραβάτης του νόμου και να συλληφθεί!
Ενδεικτικά, είχα πρόσφατα κουβέντα με οδηγό σε εθνικό δρυμό της χώρας [αποφεύγω ενσυνείδητα να γίνω πιο σαφής...] ο οποίος μου εκμυστηρεύτηκε ότι του έχουν γίνει «συστάσεις» να μην μιλάει κατά την –μακρά– διαδρομή μεταφοράς των επισκεπτών από το σημείο Α στο σημείο Β έτσι ώστε, όταν οι επισκέπτες φτάσουν στο σημείο Β «να έχουν κάτι να τους πουν και οι ξεναγοί» και να αισθάνονται υποχρεωμένοι να ζητήσουν και υπηρεσίες ξεναγού...

Τι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό διδάσκονται οι ξεναγοί στις σχολές τους;
Οι σπουδές στις Σχολές Ξεναγών του ΕΟΤ διαρκούν δυόμισι συνολικά χρόνια και είναι υποχρεωτικές για την απόκτηση άδειας εξάσκησης επαγγέλματος. Μέσα σε αυτά τα δυόμισι χρόνια οι μελλοντικοί επαγγελματίες ξεναγοί έρχονται σε επαφή με διαφορετικές πλευρές της ελληνικής ιστορίας (αρχαία ως νεώτερη), της τέχνης, της αρχαιολογίας, θρησκειολογίας, λογοτεχνίας, λαογραφίας, γεωγραφίας, οικολογίας, παλαιοντολογίας, σπηλαιολογίας, τουριστικής – αρχαιολογικής νομοθεσίας, και διδάσκονται και κάποια άλλα «πρακτικά» θέματα (ορθοφωνία, πρώτες βοήθειες, θέματα τουριστικών πρακτορείων κτλ.). Κατά μέσο όρο η διδασκαλία διαρκεί περίπου 40 ώρες για κάθε μάθημα (αν πρόκειται για «διδακτικές ώρες» αυτομάτως πέφτουμε στις 30 ώρες για κάθε μάθημα...)

Από το πλήθος και το εύρος των διδασκόμενων θεμάτων προκύπτει ότι είναι αδύνατο οι ξεναγοί να εμβαθύνουν σε οποιοδήποτε από αυτά και απλώς παίρνουν «μία γενική ιδέα» για κάθε τομέα. Μόνο εκ των υστέρων μπορούν (με προσωπικό διάβασμα και την εμπειρία τους) να αποκτήσουν πραγματικά γνώσεις με βάθος. Άρα, προκύπτουν κάποια σημαντικά ερωτήματα:

1) Γιατί να μην έχει τη δυνατότητα διενέργειας ξεναγήσεων κάποιος ειδικευμένος σε έναν από τους διδασκόμενους τομείς, αλλά να πρέπει να περάσει δυόμισι χρόνια απ’ τη ζωή του στη Σχολή Ξεναγών; Δεν είναι αστείο οι διδάσκοντες στις Σχολές Ξεναγών να μην επιτρέπεται να κάνουν ξεναγήσεις; Γιατί να πρέπει κάποιος να παρακολουθήσει ένα σωρό «άσχετα» μαθήματα (π.χ. αρχαιολογίας) αν ενδιαφέρεται να προσφέρει ξεναγήσεις σε ένα συγκεκριμένο τομέα (π.χ. σπηλαιολογία;)

2) Γιατί είναι προτιμότερο από απόψεως τουριστικής πολιτικής και αναβάθμισης του τουριστικού προϊόντος –το έτος 2010- να «προωθούνται» ξεναγοί γενικών, εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και να μην αφήνονται να βγουν στην αγορά και ξεναγοί εξειδικευμένοι σε συγκεκριμένα θέματα με βάση τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα / γνώσεις; Ισχυρίζομαι ότι η οποιαδήποτε ρύθμιση του συγκεκριμένου επαγγέλματος τη σημερινή εποχή είναι και ξεπερασμένη αλλά και μάταιη. Πιθανώς δε, το μόνο που επιτυγχάνει είναι να ομογενοποιεί (και άρα να κάνει λιγότερο ανταγωνιστικό) το ελληνικό τουριστικό προϊόν και να μειώνει ακόμη περισσότερη την «πίττα» του επαγγέλματος των ξεναγήσεων με τη μορφή που αυτές παραδοσιακά διεξάγονται. (βλ. και σημείο 3)

3) Νομίζει ο νομοθέτης που ορίζει το πρόγραμμα της κρατικής σχολής ξεναγών ότι μπορεί να προβλέψει όλα τα αντικείμενα ενδιαφέροντος ενός επισκέπτη; Στη Γερμανία, γνωστή έγινε πρόσφατα η ξεναγός Anna Haase η οποία προσφέρει ξεναγήσεις στις δημόσιες τουαλέτες του Βερολίνου! Θα δέχονταν οι υπεύθυνοι μιας κρατικής σχολής να εντάξουν στο πρόγραμμά τους ένα τέτοιο αντικείμενο; Και αν υποθέσουμε ότι υπερέβαιναν τη μοιραία γραφειοκρατική σοβαροφάνεια και έπαιρναν και την έγκριση των πολιτικών προϊσταμένων τους, τι θα γινόταν με την επόμενη παράξενη ιδέα;

4) Εν τέλει, γιατί να πρέπει να κατέχει κάποιος άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ξεναγού; Πιστεύει ο νομοθέτης ότι δεν μπορεί η (τουριστική) αγορά και η καλή / κακή φήμη του κάθε ξεναγού να ξεσκαρτάρουν τους μεν από τους δε; Ιδίως στην εποχή του διαδικτύου και της ευρείας και εύκολης διάδοσης της πληροφορίας; Και γιατί να μην είναι αυτή η άδεια έστω προαιρετική; Ο "ξεναγός" να υποχρεούται απλώς και μόνο να δηλώνει αν είναι ή δεν είναι πιστοποιημένος (και ο τουρίστας να κάνει την επιλογή του...).

Νομίζω ότι η διατήρηση αναχρονιστικών ρυθμίσεων (άδεια εξάσκησης επαγγέλματος ξεναγού με μεγάλο κόστος εισόδου στο επάγγελμα) και θεσμών (κρατικές σχολές ξεναγών) μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: Η πρώτη εξήγηση είναι η συνήθης σε όλες αυτές τις περιπτώσεις: η διατήρηση της υπάρχουσας δημόσιας γραφειοκρατίας καθώς και των «προνομίων αποκλειστικότητας» που έχουν αποσπάσει οι έως τώρα κατέχοντες την άδεια επαγγέλματος.

Ειδικά όμως σε αυτό τον κλάδο υπάρχει και μια δεύτερη, επιπρόσθετη, ερμηνεία: Το γεγονός ότι οι ξεναγοί, ως επί το πλείστον, δεν είναι εξειδικευμένοι σε κανένα από τα αντικείμενα που διδάσκονται ευνοεί την προσπάθεια άσκησης κρατικού ελέγχου στη γνώση και –στην ουσία– είναι ένα σύστημα άσκησης κρατικής προπαγάνδας (και αποκλεισμού ή περιορισμού της διατύπωσης εναλλακτικών απόψεων). Δέστε για παράδειγμα το ακραίο παράδειγμα που συναντάται σε αρχαιολογικούς χώρους στην Τουρκία (είναι πιο εύκολο να βλέπεις τα σφάλματα του άλλου) σχετικά με τη συστηματική αποφυγή αναφοράς στην «Ελλάδα» και τους «αρχαίους Έλληνες» και προβληματιστείτε για τα κίνητρα του δικού μας νομοθέτη...

Κάτι τέτοιο όμως, πέρα από ανελεύθερο είναι πλέον και μάταιο. Στη σημερινή εποχή των έξυπνων κινητών τηλεφώνων, των ταμπλετών, των mp3 players, των εφαρμογών GPS αλλά και των «κλασσικών» (εκτός Ελλάδας) ηλεκτρονικών – ακουστικών συστημάτων ξενάγησης, όπου ο καθένας μπορεί να έχει στ’ αυτιά του τα ακουστικά και να ακούει στο δικό του ρυθμό μια ξενάγηση, δεν φαντάζει ως απέλπιδα, οπισθοδρομική και ενδεικτική ανασφάλειας η όποια προσπάθεια απαγόρευσης και λογοκρισίας;

Με τα παραπάνω δεν αρνούμαι το πιθανό όφελος που θα είχε η ύπαρξη κάποιου είδους εκπαίδευσης ή πιστοποίησης γνώσεων ή κατάρτισης για όσους ενδιαφέρονται να εργαστούν ως ξεναγοί. Αυτή όμως η εκπαίδευση θα μπορούσε να είναι προαιρετική και να θεωρείται απλώς ένα επιπλέον προσόν (εφόσον αποδεικνύεται και στην πράξη ως τέτοιο...) για τους κατόχους της. Στις περισσότερες πόλεις των ΗΠΑ δεν είναι απαραίτητο να διαθέτεις επίσημη εκπαίδευση για να εργαστείς ως ξεναγός ενώ σε ελάχιστες πόλεις απαιτείται σύντομη εκπαίδευση (π.χ. ενός μήνα). Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αρκεί η επιτυχία σε εξετάσεις (που διοργανώνονται από το κράτος αρκετές φορές το χρόνο) ή η πιστοποίηση βάσει του σχετικού προτύπου ISO ή αδειοδότηση βάσει γνώσης ξένων γλωσσών και πανεπιστημιακού πτυχίου. Σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. Γαλλία) απαιτείται (αν κάποιος δεν κατέχει άλλα πτυχία) η φοίτηση σε σχολή διάρκειας ενός έτους. Σε καμία περίπτωση δεν απαιτούνται και εξετάσεις και σπουδές δυόμισι ετών που συνιστούν μέγιστο και αδικαιολόγητο εμπόδιο εισόδου στο συγκεκριμένο επάγγελμα.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Πόσο δίκιο έχει το κίνημα «διόδια – stop»;


Ως γνωστόν, τζάμπα γεύμα δεν υπάρχει. Πόσο μάλλον, τζάμπα δρόμοι. Οι αυτοκινητόδρομοι είναι κάτι αρκετά ακριβό, το οποίο κάθε χώρα επιλέγει αν θα πληρώσουν οι χρήστες ή οι φορολογούμενοι, είτε να μοιραστούν το κόστος με κάποιο τρόπο. Ενδεικτικά, οι γερμανικοί υποδειγματικοί αυτοκινητόδρομοι (Autobahn) σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και συντηρούνται αποκλειστικά από κρατικά χρήματα, ενώ οι ομοίως υποδειγματικές Autostrada της Ιταλίας είναι 100% ιδιωτικές εταιρίες που χρεώνουν τσουχτερά διόδια.

Στην Ελλάδα επί πολλά χρόνια οι αυτοκινητόδρομοι ήταν κρατική υπόθεση. Οι πρώτοι αυτοκινητόδρομοι κατασκευάστηκαν με κρατικά χρήματα στη δεκαετία του 1960, και το κράτος ανέλαβε τη συντήρησή τους, επιβάλλοντας μικρά διόδια σε ορισμένα σημεία του δικτύου. Λόγω της εγγενούς δυσκινισίας της κρατικής γραφειοκρατίας, με τα πρόσθετα μειονεκτήματα της «ελληνικής ιδιαιτερότητας», η υπόθεση «ελληνικός αυτοκινητόδρομος» έγινε σταδιακά άλλη μια θλιβερή ιστορία ελληνικής μιζέριας.

Ο προγραμματισμός εξελισσόταν εξαιρετικά αργά, με αποτέλεσμα στη δεκαετία του 1980 η όλο και αυξανόμενη κίνηση εκατομμυρίων αυτοκινήτων να περιορίζεται ακόμη στις εξαιρετικά ανεπαρκείς υποδομές του 1960. Η κατόπιν κρατικής ανάθεσης κατασκευή των έργων χαρακτηριζόταν από διαφθορά και εξαιρετικά αργούς ρυθμούς: μάρτυς της διαφθοράς η πρώτη βροχή που ξέφτιζε τα χαλίκια της ασφάλτου καινούριων δρόμων, ενώ για τους αργούς ρυθμούς κραυγάζει η Εγνατία Οδός, ένας αυτοκινητόδρομος 670 χιλιομέτρων που για να ολοκληρωθεί χρειάστηκε πάνω από είκοσι χρόνια! (σε όποιον Ευρωπαίο το πείτε, θα σας κοιτάξει με απορία). Η συντήρηση των αυτοκινητοδρόμων ήταν εξαιρετικά προβληματική και είχε ανατεθεί στο Ταμείο Εθνικής Οδοποιΐας, το οποίο εισέπραττε και τα διόδια. Ατυχώς, το ΤΕΟ ήταν ένας ακόμη κρατικός φορέας, στον οποίο διορίζονταν «δικά μας παιδιά», με αποτέλεσμα τα διόδια να πηγαίνουν σε μεγάλο μέρος σε μισθοδοσία υπαλλήλων. Παράλληλα, καμένες λάμπες και σπασμένες μπάρες αντικαθίσταντο μετά από μήνες, ενώ η έλλειψη διαχωριστικών ανάμεσα στα δύο ρεύματα στο μεγαλύτερο μήκος του δικτύου μας κατέτασσε πρώτους στην Ευρώπη σε θανάτους από τροχαία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Στέφανος Μάνος εισήγαγε τη λογική του αυτοχρηματοδοτούμενου οδικού έργου. Η Αττική Οδός ήταν ο πρώτος αυτοκινητόδρομος που κατασκευάστηκε από ιδιωτικές εταιρίες, με ιδιωτικά κεφάλαια σε χρόνο-ρεκόρ, με υψηλές προδιαγραφές στην ποιότητα της ασφάλτου και στην οδική ασφάλεια. Στην κοινοπραξία ανατέθηκε η είσπραξη των διοδίων, τα οποία αποπληρώνουν την κατασκευή και χρηματοδοτούν την συντήρηση του δρόμου. Έπρεπε να περάσουν περίπου δεκαπέντε χρόνια, για να αποφασίσει το Δημόσιο να ιδιωτικοποιήσει όλους τους αυτοκινητόδρομους της χώρας, προκειμένου να κατασκευαστούν με υψηλές προδιαγραφές, αλλά με αυτοχρηματοδότηση.

Σήμερα, το Ταμείο Εθνικής Οδοποιΐας έχει καταργηθεί (αποκαλύφθηκε μάλιστα ότι είχε μέσο κόστος μισθοδοσίας ανά υπάλληλο περί τις 26.000 ευρώ). Τα διόδια εισπράττονται από τις εταιρίες, στις οποίες έχει ανατεθεί η κατασκευή και συντήρηση των δρόμων και έχουν οριστεί περί τα 0,04 ευρώ ανά χιλιόμετρο. Και ξαφνικά, εμφανίζεται το κίνημα «διόδια stop», το οποίο καλεί τους πολίτες να μην πληρώνουν διόδια. Το κίνημα ξεκίνησε από κάποιους πολίτες της Βόρειας Αττικής, οι οποίοι αναγκάζονται πλέον να πληρώνουν διόδια για να μεταβούν στο κέντρο της πόλης. Επεκτάθηκε όμως σε όλη την Ελλάδα, εκμεταλλευόμενο το «νομικό κενό» ότι η μη καταβολή διοδίων δεν είναι παράβαση του ΚΟΚ και θεωρείται ιδιωτική διαφορά με την εταιρία εκμετάλλευσης, η οποία θα πρέπει να κινήσει τις σχετικές διαδικασίες για έκδοση διαταγής πληρωμής. Τα θέματα που εγείρει το κίνημα αυτό είναι πολλά, και θα προσπαθήσω να τα καταγράψω ακροθιγώς:

  • «Να φύγουν όλα τα διόδια». Αν θεωρείς ότι το κόστος ενός αυτοκινητόδρομου πρέπει να βαρύνει όλους τους φορολογούμενους, ακόμη και αν δεν κάνουν χρήση του, ίσως έχεις δίκιο. Το να το πιστεύεις αυτό όμως υπονοεί ότι ανήκεις στο 60% των Ελλήνων που εμφανίζονται να μην πληρώνουν φόρους, οπότε ίσως είσαι στη λογική «θέλω να πληρώνουν όλοι οι άλλοι».
  • «Τα διόδια αυξήθηκαν πολύ». Ναι, αυξήθηκαν πολύ σε σχέση με τα παλιά, μη ανταποδοτικά διόδια. Όταν ολοκληρωθεί ο δρόμος Αθήνας-Πάτρας, θα πρέπει να πληρώνεις 8 ευρώ, έναντι 4 που πλήρωνες παλιά. Όταν δεις όμως την ποιότητα του νέου αυτοκινητόδρομου, δεν νομίζω να νοσταλγείς τον παλιό δρόμο επειδή πληρώνεις 4 ευρώ παραπάνω. Εξάλλου, θα έχεις την εναλλακτική της παλιάς Εθνικής Οδού που θα είναι δωρεάν, και τότε θα δούμε πόσοι το εννοούν. Υπενθυμίζω και το προηγούμενο της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, η οποία κοστίζει πάνω από 12 ευρώ, τιμή που δεν ωθεί κανέναν να πάει με το φέρι-μποουτ, καίτοι θα πλήρωνε τα μισά...
  • «Τα διόδια είναι ακριβά». Αντικειμενικά, δεν είναι. Για να πας από την Αθήνα στην Πάτρα με το αυτοκίνητο και να επιστρέψεις, χρειάζεσαι περί τα 60 ευρώ για βενζίνη, και θα πληρώνεις και 16 ευρώ διόδια, περί το 20% του κόστους του ταξιδιού. Ξαναλέω, αν πιστεύεις ότι είναι ακριβά, ας περιμένουμε να δούμε εάν θα πας από την παλαιά, δωρεάν εθνική οδό για να γλιτώσεις 16 ευρώ...
  • «Τα διόδια είναι παράνομα, γιατί δεν είναι έτοιμος ο δρόμος». Τα διόδια εδράζονται σε συμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου με Κοινοπραξίες, οι οποίες έχουν κυρωθεί με νόμο. Τα διόδια εισπράττονται, οι δρόμοι κατασκευάζονται. Απλώς η περίοδος παραχώρησης δεν ξεκινά με την παράδοση του έργου, αλλά από τώρα, τα διόδια δηλαδή χρηματοδοτούν την κατασκευή. Να σημειώσω εδώ ότι όταν ολοκληρωθεί ο δρόμος, όποιος δεν πληρώνει διόδια διαπράττει και το ποινικό αδίκημα του άρθρου 392 του Ποινικού Κώδικα, καθώς αποδέχεται την παροχή υπηρεσίας (χρησιμοποιεί τον σύγχρονο αυτοκινητόδρομο) με πρόθεση να μην καταβάλει το αντίτιμο. Αν εννοούν ότι σήμερα δεν είναι ποινικό αδίκημα η μη πληρωμή του, ίσως έχουν δίκιο. Πάντως, αστική διαφορά εξακολουθεί να είναι, και φοβάμαι ότι θα το διαπιστώσουν όταν τους επιδοθεί η διαταγή πληρωμής.
Πόσο δίκιο έχει λοιπόν το κίνημα κατά των διοδίων; Πού ήταν όλοι αυτοί όταν πληρώναμε διόδια που κατέληγαν στην κρατική γραφειοκρατία, αντί στην οδική μας ασφάλεια; Μήπως δεν τους πείραζε που σκοτωνόμασταν στους άθλιους αυτοκινητόδρομους, αρκεί που ήταν κρατικοί; Μήπως ιδεολογικά δεν δέχονται ότι μια ιδιωτική εταιρία είναι δυνατόν να κατασκευάζει άρτια οδικά έργα και να αποκομίζει κέρδος από αυτά; Θεωρούν ότι το Δημόσιο μπορεί σήμερα να χρηματοδοτήσει τέτοια έργα με δανεικά; Ή μήπως πιστεύουν ότι αυτά τα έργα πρέπει να κατασκευαστούν από το «Διεθνές Κεφάλαιο», το οποίο μετά θα μας τα δωρήσει; Πρόκειται για δαιμονοποίηση του κέρδους και της επιχειρηματικότητας, για στρουθοκαμηλισμό, ιδεοληψία, βλακεία, ή συνδυασμό όλων των παραπάνω;

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Κλειστά επαγγέλματα ( 2 / 3): Δύο συγκεκριμένα, ενδεικτικά παραδείγματα


Σε συνέχεια του 1ου μέρους, προχωρώ στην παράθεση δύο συγκεκριμένων παραδειγμάτων για δύο νέα / νεο-ρυθμιζόμενα στην ελληνική αγορά επαγγέλματα: α) του ενεργειακού επιθεωρητή κτηρίων και β) του διαμεσολαβητή.

Παράδειγμα Α) Σύμφωνα με το Π.Δ. 100/2010 (ΦΕΚ 177/Α/6.10.2010) με θέμα «Ενεργειακοί Επιθεωρητές κτιρίων, λεβήτων και εγκαταστάσεων θέρμανσης και εγκαταστάσεων κλιματισμού» που ορίζει τα «Απαιτούμενα Προσόντα Ενεργειακών Επιθεωρητών» (Άρθρο 3) οι υποψήφιοι ενεργειακοί επιθεωρητές πρέπει να είναι αποκλειστικά «Διπλωματούχοι Μηχανικοί, μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ) ή Πτυχιούχοι Μηχανικοί Τεχνολογικής Εκπαίδευσης ή μηχανικοί που έχουν αποκτήσει αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων στη χώρα μας κατ’ εφαρμογή της σχετικής ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας.» 

Με άλλα λόγια, απόφοιτοι πανεπιστημίων ή και άλλων τεχνικών σχολών (μη μέλη του ΤΕΕ) που έχουν γνώσεις ή / και εμπειρία και διάθεση απασχόλησης στο συγκεκριμένο τομέα αποκλείονται από το να ασκήσουν το συγκεκριμένο επάγγελμα. Και η απορία είναι, τι καθιστά ικανό έναν απόφοιτο ΑΤΕΙ (π.χ. Πτυχιούχο Ηλεκτρολόγο Μηχανικό, Πτυχιούχο Ηλεκτρονικό Μηχανικό, Πτυχιούχο Κλωστοϋφαντουργό Μηχανικό, κτλ...) ή ΑΕΙ (π.χ. Ηλεκτρολόγο Μηχανικό) να γίνει ενεργειακός επιθεωρητής και αποκλείει έναν απόφοιτο πανεπιστημίου από σχολές Φυσικής, Χημείας, Γεωλογίας, Περιβάλλοντος, με μεταπτυχιακό σε αυτόν τον τομέα, ή έναν «απλό» σχεδιαστή αρχιτεκτονικού σχεδίου που μπορεί όμως να έχει μεγάλη εμπειρία σε τέτοιες εφαρμογές; Και γιατί να μην μπορεί να παρακολουθήσει καν πρόγραμμα μετεκπαίδευσης; Σημειωτέον ότι το συγκεκριμένο Π.Δ. υπογράφεται και από την Υπουργό «Δια Βίου Μάθησης»…

Στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα αναφέρεται ότι «Οι Ενεργειακοί Επιθεωρητές που έχουν πιστοποιηθεί σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.τ.σ: και μόνο σ’ αυτές…) μπορούν να εγγραφούν στο Μητρώο Ενεργειακών Επιθεωρητών». Εδώ, η συντεχνιακή λογική αναγκάζεται να κάνει μια μικρή παραχώρηση, προκειμένου να δείξει συμμόρφωση προς το κοινοτικό κεκτημένο. Πράγματι, σε άλλες χώρες της Ε.Ε. το επάγγελμα του ενεργειακού επιθεωρητή ρυθμίζεται μεν, αλλά όχι με τρόπο που να αποκλείει εκ των προτέρων κάποιους. Προβλέπονται δυνατότητες πιστοποίησης των προσόντων (γνώσης και εμπειρίας) κάθε επίδοξου ενεργειακού επιθεωρητή, καθώς και δυνατότητες μάθησης για την κάλυψη τυχόν κενών που έχει κάποιος επίδοξος ενεργειακός επιθεωρητής, όπως συμβαίνει και σε χώρες εκτός Ε.Ε. (π.χ. βλέπε εδώ για ΗΠΑ) χωρίς καν να διαθέτουν υποχρεωτικά πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών (ως προς το τελευταίο έχουν εκφραστεί βάσιμες αντιρρήσεις αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα).
Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν θα υπάρχουν περιορισμοί αλλά το κατά πόσο οι περιορισμοί αυτοί θα είναι συντεχνιακού, γραφειοκρατικού ή ουσιαστικού χαρακτήρα.
Επί της ουσίας, το θέμα που θέλω να θέσω δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο παράδειγμα, αλλά την ευρύτερη πολιτική του ελληνικού δημοσίου να μην αναγνωρίζει την ύπαρξη μεταπτυχιακών σπουδών σε αποφοίτους πανεπιστημίων, και να τους αποκλείει από αγορές τις οποίες έχουν περιχαρακώσει τα μέλη του ΤΕΕ. Έτσι, Έλληνες μηχανικοί που μπορεί να έχουν κάνει μόνο ένα-δύο μαθήματα πάνω σε κάποιο αντικείμενο, έχουν το δικαίωμα να εργαστούν σε πληθώρα επαγγελμάτων ενώ απόφοιτοι πανεπιστημίων με μεταπτυχιακές σπουδές ενός, δύο ή και περισσοτέρων χρόνων στα ίδια αντικείμενα αποκλείονται από την αγορά εργασίας. Βλέπετε, το Ελληνικό δημόσιο ναι μεν «αναγνωρίζει» μέσω του ΔΙΚΑΤΣΑ / ΔΟΑΤΑΠ πτυχία και μεταπτυχιακά ξένων πανεπιστημίων αλλά εν συνεχεία δεν αναγνωρίζει «επαγγελματικά δικαιώματα» στους κατόχους αυτών των πτυχίων, ούτε στο δημόσιο ούτε στον ιδιωτικό τομέα (δικαίωμα υπογραφής μελετών), με αποτέλεσμα ένα ανθρώπινο δυναμικό αντικειμενικά υψηλών προσόντων και εξειδίκευσης να παραμένει στο περιθώριο της αγοράς εργασίας.


Μερικά τυχαία παραδείγματα ως προς το παραπάνω:
-Μεταπτυχιακές σπουδές στον αστικό / πολεοδομικό σχεδιασμό: Σε διεθνή πανεπιστήμια γίνονται δεκτοί απόφοιτοι από τμήματα Γεωγραφίας, Περιβάλλοντος, Ιστορίας, Οικονομικών, Αρχιτεκτονικής, Πολιτικών Μηχανικών κοκ. ενώ υπάρχουν και λίγα προπτυχιακά τμήματα. Στην Ελλάδα όμως, «επαγγελματικά δικαιώματα» στο συγκεκριμένο επάγγελμα έχουν μόνο τα μέλη του ΤΕΕ, ακόμη και αν δεν έχουν φοιτήσει σε σχετικά μεταπτυχιακά προγράμματα!
-Μεταπτυχιακές σπουδές στην αρχιτεκτονική τοπίου: Σε διεθνή πανεπιστήμια γίνονται δεκτοί απόφοιτοι όχι μόνο σχολών αρχιτεκτονικής αλλά και άλλων κλάδων (π.χ. Ζωγράφοι, Γεωπόνοι, Βιολόγοι κτλ, πιθανώς με συμπληρωματικά μαθήματα ενός έτους για τους μη αρχιτέκτονες). Στην Ελλάδα για να κάνεις σχετικές μελέτες πρέπει υποχρεωτικά να κατέχεις πτυχίο αρχιτεκτονικής (και δευτερευόντως μεταπτυχιακά στο συγκεκριμένο αντικείμενο...)
Το ίδιο ισχύει και για πληθώρα άλλων επαγγελμάτων / ειδικοτήτων τα οποία μπορεί ο καθένας μας να γνωρίζει από τον περίγυρό του ή την προσωπική του εμπειρία.
-Θυμάμαι καθηγητή μου, στο Πανεπιστήμιο, που δίδασκε Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS) και είχε βασικό πτυχίο στην Ιστορία και Μεταπτυχιακό στη Θεολογία (καλά διαβάσατε) και διδακτορικό στο αντικείμενο διδασκαλίας του. Στη γραφειοκρατική, ελλαδική λογική κάτι τέτοιο υποθέτω ότι φαντάζει ως έγκλημα καθοσιώσεως!

Άρα, το θέμα δεν είναι το άνοιγμα «του επαγγέλματος του μηχανικού», αφ’ ενός γιατί δεν είναι «του μηχανικού», αφ’ ετέρου γιατί είναι πολλά και όχι μόνο ένα τα περιχαρακωμένα επαγγέλματα.

Υ.Γ. Με το ίδιο ανωτέρω Π.Δ. για τους Ενεργειακούς Επιθεωρητές (Άρθρο 10) καθορίζονται, κατά τα ειωθότα, και οι «ελάχιστες νόμιμες (sic) αμοιβές των Ενεργειακών Επιθεωρητών Κτιρίων».



Παράδειγμα Β) Με τον Νόμο 3898/2010 (ΦΕΚ Α / 211 / 16-12-2010) που «έχει σκοπό: α) την προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ ...για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις διασυνοριακών διαφορών και β) τη θεσμοθέτηση εθνικών διαδικασιών διαμεσολάβησης» λαμβάνουν χώρα τα εξής όμορφα:

Ορίζεται ότι «ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι δικηγόρος διαπιστευμένος ως διαμεσολαβητής…» ( Άρθρα 4 και 7), δηλ. το επάγγελμα «κλείνει» μόνο για τους δικηγόρους και αποκλείονται Έλληνες «πολίτες»(;) όλων των άλλων ειδικοτήτων.

Ορίζεται ότι φορείς κατάρτισης των μεσολαβητών θα είναι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες που θα συσταθούν υποχρεωτικά με συμμετοχή ενός δικηγορικού συλλόγου και ενός επιμελητηρίου, άρα «κλείνει» εμμέσως και ο κλάδος της κατάρτισης μεσολαβητών. (Άρθρο 5)

Ορίζεται ότι στην συστεινόμενη «Επιτροπή Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών» θα συμμετέχουν τρεις έμπειροι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές και δύο δικηγόροι, με μόνη αυτή τους την ιδιότητα - ακόμη δηλ. και αν δεν έχουν καμία σχέση με τη διαμεσολάβηση, για να καταστήσει σαφές ότι μόνο δικηγόροι επιτρέπεται να εργαστούν ως διαμεσολαβητές και να θεσμοθετήσει περαιτέρω τον έλεγχο του συγκεκριμένου επαγγέλματος από τους δικηγορικούς συλλόγους. (Άρθρο 6)

Με το Άρθρο 7 προβλέπεται η έκδοση μελλοντικής Υπουργικής Απόφασης που θα καθορίζει «ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις για τη διαπίστευση των διαμεσολαβητών, καθώς και η διαδικασία αναγνώρισης του τίτλου διαπίστευσης που έχουν λάβει οι διαμεσολαβητές σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Και εδώ η διατύπωση δεν αφήνει περιθώριο για «είσοδο» άλλων παικτών στο συγκεκριμένο επάγγελμα ενώ η όλη διαδικασία αναγνώρισης θα πρέπει να έχει και τη σύμφωνη γνώμη της προαναφερθείσας επιτροπής.

Παράλληλα, στο Άρθρο 12, ο νομοθέτης αισθάνεται την ανάγκη να καθορίσει τον τρόπο αμοιβής των διαμεσολαβητών («με ωριαία αντιμισθία και για 24 κατ’ ανώτατο όριο ώρες, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο χρόνος προετοιμασίας του για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης», πιθανώς για να προσαρμόσει και πάλι τα πράγματα στις «συνήθειες» των μελών των δικηγορικών συλλόγων. Ωστόσο, μας διευκρινίζει, «τα μέρη και ο διαμεσολαβητής μπορούν να συμφωνήσουν διαφορετικό τρόπο αμοιβής.»!

Η μόνη «παραχώρηση» που κάνει ο «νομοθέτης» είναι, όπως και στο παράδειγμα των ενεργειακών επιθεωρητών, η ελάχιστη δυνατή προκειμένου να φανεί ότι δεν αντιβαίνει στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Στο Άρθρο 7 διευκρινίζεται ότι «Αν πρόκειται για διασυνοριακή διαφορά κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ του παρόντος άρθρου, τα μέρη μπορούν να ορίσουν διαπιστευμένο διαμεσολαβητή που δεν έχει τη δικηγορική ιδιότητα.»

Εννοείται ότι το κείμενο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας (η οποία όμως αφορά αποκλειστικά τις διασυνοριακές διαφορές) δεν κάνει καμία συσχέτιση ανάμεσα στην ιδιότητα του δικηγόρου και αυτή του διαμεσολαβητή. Αναφέρει συγκεκριμένα: ως "διαμεσολαβητής" νοείται οιοσδήποτε τρίτος από τον οποίο ζητείται να αναλάβει διαμεσολάβηση με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, ανεξαρτήτως της ονομασίας του ή του επαγγέλματός του στο αντίστοιχο κράτος μέλος και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ορίστηκε ή ανέλαβε να τελέσει την εν λόγω διαμεσολάβηση.
 
Οφείλω να αναφέρω ότι κατά τη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης στο opengov.gr, νομικοί με κατάρτιση και εμπειρία σε θέματα διαμεσολάβησης επεσήμαναν όχι μόνο τον άδικο και συντεχνιακό χαρακτήρα της συγκεκριμένης ρύθμισης αλλά και το γεγονός ότι σύμφωνα με ορισμένες απόψεις οι δικηγόροι είναι οι πλέον ακατάλληλοι για το ρόλο του διαμεσολαβητή, καθώς η προσέγγιση του διαμεσολαβητή και η νοοτροπία από την οποία πρέπει να εμφορείται (αυτή του «συμβιβασμού» και της αναζήτησης κοινών τόπων και προσεγγίσεων των δύο μερών για την αμοιβαία ικανοποίηση των συμφερόντων τους) είναι ακριβώς αντίθετη από αυτή που πρέπει να διαθέτει και στην οποία έχει «εκπαιδευτεί» ένας δικηγόρος!

Παρόμοιες αντιρρήσεις εκφράστηκαν και από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης («ανέξοδα» θα μπορούσε να πει κανείς…) στην Επιτροπή του Κοινοβουλίου όπου συζητήθηκε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Εδώ φυσικά τίθεται και ένα σημαντικό θέμα, για το κατά πόσο η διαδικασία της διαβούλευσης έχει κάποιο νόημα ή είναι απλά μια φαρσοκωμωδία για να ενδύονται με δημοκρατικό μανδύα προειλημμένες, συντεχνιακές αποφάσεις.
Για το τέλος μένει μια απορία: Το Υπουργείο «Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», έχει ακούσει για το ανθρώπινο δικαίωμα στην εργασία; Αν όχι υπενθυμίζουμε: Σύμφωνα με το Άρθρο 23.1 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα:

«Καθένας έχει το δικαίωμα να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το επάγγελμά του, να έχει δίκαιες και ικανοποιητικές συνθήκες δουλειάς και να προστατεύεται από την ανεργία.»



Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Κλειστά επαγγέλματα (1 / 3) : Μερικές γενικές σκέψεις

Το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων θα είναι – στο βαθμό που πραγματοποιηθεί – μια ιστορική μεταρρύθμιση με προοπτική να απελευθερώσει τεράστιες, λιμνάζουσες δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας. Δυνάμεις δηλαδή των - δέσμιων από το κράτος και τις συντεχνιακές ρυθμίσεις του – Ελλήνων πολιτών. Ωστόσο, τα μηνύματα που στέλνει η κυβέρνηση είναι (όπως και στα υπόλοιπα θέματα) αντιφατικά:

Ο Πρωθυπουργός, σε πρόσφατες δηλώσεις του παρότρυνε τους Υπουργούς του να προχωρήσουν στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων αλλά παράλληλα έδωσε έμφαση στην ανάγκη συνεννόησης, όχι με όλους τους εμπλεκόμενους, αλλά αποκλειστικά με τις ωφελούμενες ως τώρα συντεχνίες, λες και αυτοί είναι οι μόνοι επηρεαζόμενοι από το θέμα και όχι οι χιλιάδες άνεργοι ή ετεροαπασχολούμενοι, σιδηροδέσμιοι της γραφειοκρατίας και των χαριστικών ρυθμίσεων, Έλληνες πολίτες.

Κατά τα μέσα / τέλη Δεκεμβρίου, πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον τύπο (1, 2) ανέφεραν ότι επιτροπή που λειτουργούσε υπό τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης κατέληξε στη διατύπωση μιας γενικής, οριζόντιας ρύθμισης, η οποία θα αφορούσε ρυθμίσεις για 160 επαγγέλματα,  ουσιαστικά όμως παραπέμποντας τις λεπτομέρειες για το άνοιγμα κάθε επαγγέλματος πίσω στο κάθε ένα υπουργείο. Το κάθε υπουργείο θα μπορεί να διατηρήσει ρυθμίσεις που θα απαγορεύουν στους υπόλοιπους («εκτός των τειχών») Έλληνες πολίτες να δραστηριοποιηθούν στα εν λόγω επαγγέλματα, για λόγους «δημοσίου συμφέροντος»...

Με βάση την προϊστορία του κάθε υπουργείου αλλά και το γεγονός ότι γύρω από κάθε φορέα δημόσιας εξουσίας συγκεντρώνονται και αναπτύσσουν σχέσης αλληλεξάρτησης με αυτόν τα εκάστοτε, «ρυθμιζόμενα» από τον φορέα συμφέροντα, έχουμε κάθε λόγο να υποθέσουμε ότι η δικαιολογία του «δημοσίου συμφέροντος» θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον, προσχηματικά, για τη διατήρηση του status quo, πιθανώς με ελάχιστες, επιφανειακές αλλαγές.

Και επειδή κάποιος αναγνώστης ίσως θεωρήσει αυτή την επιφυλακτικότητά μου ένδειξη προσωπικής κακοπιστίας ή απαισιοδοξίας, θα παρουσιάσω σε επόμενα σημειώματα ορισμένα πολύ πρόσφατα, συγκεκριμένα παραδείγματα της λογικής με την οποία λειτουργεί το ελληνικό δημόσιο.

Πριν απ’ αυτά όμως, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας και κάποιες άλλες σκέψεις μου, περιφερειακές του θέματος αλλά νομίζω ενδιαφέρουσες.

Ένα από τα αποτελέσματα της φτώχιας του δημοσίου διαλόγου και της συνθηματολογικής / ρηχής προσέγγισης των θεμάτων είναι η αδυναμία μας να χρησιμοποιήσουμε λέξεις και φράσεις με την πραγματική τους έννοια. Και αντιστρόφως, η αδυναμία μας να εκφράσουμε τις κυρίαρχες έννοιες που μας απασχολούν για κάθε ζήτημα με τις λέξεις εκείνες που θα βοηθούσαν ώστε να φωτιστεί το πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας. Πάρτε για παράδειγμα τη φράση «άνοιγμα του επαγγέλματος του μηχανικού». Βλέπουμε ότι η κατοχή ενός πτυχίου ταυτίζεται με τη λέξη «επάγγελμα». Για την ακρίβεια, ειδικά στην περίπτωση του μηχανικού, θα λέγαμε ότι το επάγγελμα δεν ταυτίζεται καν με το πτυχίο (αφού άλλες είναι οι σπουδές του «χημικού μηχανικού», του «αρχιτέκτονα-μηχανικού», του «ηλεκτρολόγου-μηχανικού» κ.ο.κ.) αλλά –υπογείως– ταυτίζεται με τη συντεχνιακή ιδιότητα του μέλους του ΤΕΕ. Με αυτόν τον τρόπο όμως η φράση «άνοιγμα του επαγγέλματος του μηχανικού» παύει να έχει νόημα (δηλ. θα ανοίξει η ιδιότητα του μέλους του ΤΕΕ;) ή το όποιο νόημα κρύβεται πίσω της γίνεται πολύ θολό και αόριστο, και κινδυνεύουμε πάλι να μείνουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.

Σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας το επάγγελμα ορίζεται ως «βιοποριστική απασχόληση» με συνώνυμά του τις λέξεις εργασία, δουλειά. Η δε εργασία ορίζεται ως «η καταβολή σωματικών και πνευματικών δυνάμεων για την παραγωγή επιθυμητού ή επιβεβλημένου έργου».

Για τον Έλληνα νομοθέτη ο όρος επάγγελμα φαντάζει μάλλον άγνωστος, καθότι δεν φροντίζει να ορίσει, ούτε για τα του οίκου του, ποιο είναι αυτό το «επιθυμητό ή επιβεβλημένο έργο». Στη λειτουργία του ίδιου του ελληνικού δημοσίου δεν εμφανίζονται καν οι όροι «θέση εργασίας» και «περιγραφή θέσης εργασίας». Εξ’ ου και η πρακτική της ελληνικής διοίκησης να προσλαμβάνει άτομα απλά και μόνο με βάση τις σπουδές τους (ιδίως αν αναφερόμαστε σε πτυχιούχους) και «τις υπηρεσιακές ανάγκες» (γενικώς και αορίστως), χωρίς να κάνει αναφορά στη θέση που τα προσλαμβανόμενα άτομα θα κληθούν να καλύψουν και το έργο που θα πρέπει να παράγουν. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα αποκλειστικά προνόμια άσκησης επαγγέλματος που δίνονται σε διάφορες συντεχνίες / αποφοίτους συγκεκριμένων σχολών. Η μη ύπαρξη καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων για κάθε θέση / επάγγελμα υποκαθίσταται συχνά από την αναφορά σε συγκεκριμένο πτυχίο.
Η ταύτιση του επαγγέλματος με το πτυχίο στην ελληνική δημόσια σφαίρα, μπορεί όμως να έχει και κάποιες βαθύτερες ρίζες. Ίσως να αντανακλά την πεποίθηση (κοινής γνώμης και νομοθέτη) ότι τα πανεπιστήμια δεν είναι κάτι άλλο παρά μια συνέχιση των δευτεροβάθμιων σπουδών, δηλ. χώροι παραγωγής παπαγάλων υψηλής εξειδίκευσης. Αν κάποιος δεν δει το πανεπιστήμιο ως χώρο όπου καλλιεργείται η συνθετική και αναλυτική σκέψη, η κριτική ικανότητα και η εμπειρία εργασίας σε απαιτητικά περιβάλλοντα αλλά απλώς ως χώρο παροχής συγκεκριμένων γνώσεων, τότε μπορεί να καταλάβει γιατί ο νομοθέτης θέτει με ιδιαίτερη ευκολία κάθε είδους περιορισμούς στην άσκηση πάμπολλων επαγγελμάτων. Για τον Έλληνα νομοθέτη θεωρείται μάλλον αδιανόητο να ...ξεφύγει κάποιος από το «γνωστικό αντικείμενο» με το οποίο πρωτοασχολήθηκε (σε πανεπιστημιακό ή μη επίπεδο) και να θελήσει να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά σε κάποιο κλάδο ή θέση που να παρεκκλίνει, έστω και ελάχιστα, από αυτό. Άρα αρκεί, με βάση αυτή τη στατική λογική, να ταξινομήσουμε / αντιστοιχίσουμε τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα στα διάφορα επαγγέλματα. Θα μπορούμε έτσι να έχουμε κάνει μια βέλτιστη κατανομή των ανθρωπίνων πόρων που υπάρχουν στην οικονομία μας και να έχουμε εξασφαλίσει σε κάθε ένα εργαζόμενο ένα μέλλον στον κλάδο που διάλεξε. Μόνο που η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική...

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

30 χρόνια μετά...

Την 1η Ιανουαρίου 1981 η Ελλάδα γινόταν η δέκατη χώρα-μέλος της τότε ΕΟΚ. Σήμερα, τριάντα χρόνια (μια ολόκληρη γενιά!) μετά, η μέρα προσφέρεται για απολογισμό και περίσκεψη. Η περίσκεψη επιτείνεται από το γεγονός ότι σήμερα η Ευρωζώνη αποκτά το 17ο μέλος της, την Εσθονία. Μια χώρα που απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Σοβιετική Ένωση (!) το 1991, όταν η δική μας συμπλήρωνε μια δεκαετία συμμετοχής στην ευρωπαϊκή οικογένεια... Πώς είναι λοιπόν δυνατόν, οικονομίες με σοβιετικές, μέχρι πριν δέκα χρόνια χρόνια, δομές οικονομίας, να αναπτύσσονται με εξαιρετικούς ρυθμούς, να έχουν χρέος κάτω από 10% του ΑΕΠ και να ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον, ενώ εμείς βουλιάζουμε στο τέλμα της απαισιοδοξίας, με μηδενική παραγωγή και υπό το βάρος δυσθώρητου χρέους της τάξης του 150% του ΑΕΠ;

Όταν το 1981 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μας έβαλε στην ΕΟΚ ήταν μόνος του. Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν ήταν βίωμα ενός έθνους, ήταν μάλλον ευχολόγιο μιας, εν πολλοίς διορατικής, ηγεσίας που θέλησε να «μας ρίξει στα βαθιά για να μάθουμε κολύμπι». Οι λιγοστές εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του τόπου στοιχήθηκαν πίσω από αυτό το σύνθημα, όχι διότι οι δομές της νεαρής Δημοκρατίας μας ήταν επαρκώς ευρωπαϊκές, αλλά διότι ήλπιζαν ότι η συμμετοχή μας στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια θα δημιουργούσε τις παραστάσεις και τα πρότυπα που θα ενδυνάμωναν τη δημοκρατία και θα εκμοντέρνιζαν την οικονομία. Δυστυχώς η πρώτη δεκαετία της χώρας στην ΕΟΚ σημαδεύτηκε από υπέρμετρο δανεισμό, σπατάλη πόρων, αποσάρθρωση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας, ο οποίος σιγά σιγά μεταλλάχθηκε σε ένα μηχανισμό ροκανίσματος κοινοτικού χρήματος.

Όταν το 2002 η χώρα αντάλλασσε τις επί δεκαετίες υποτιμούμενες και πληθωριστικές δραχμές της με ένα από τα σκληρότερα νομίσματα του κόσμου, πάλι κανείς δεν έτρεφε αυταπάτες ότι η ελληνική οικονομία ήταν έτοιμη για τέτοιο άλμα νοοτροπίας. Και πάλι όμως οι λιγοστές εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του τόπου ενώθηκαν πίσω από το στοίχημα της συμμετοχής στην Ευρωζώνη, ελπίζοντας και πάλι ότι σε ένα περιβάλλον όπου δεν μπορείς ούτε να τυπώσεις χρήμα ούτε να υποτιμήσεις το νόμισμα (αμφότερες μακρές παραδόσεις της δραχμής), αναπόφευκτα οι δομές της οικονομίας θα προσαρμόζονταν στη λογική της αύξησης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Δυστυχώς όμως, η ένταξη στην Ευρωζώνη αντιμετωπίστηκε ως το τέρμα ενός δύσκολου δρόμου, αντί για την αρχή ενός ακόμη πιο δύσκολου. Έτσι, χωρίς καμία διαρθρωτική αλλαγή και με κυβερνήσεις λογικής «αυτόματου πιλότου», οδεύουμε στη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας συμμετοχής μας στο κοινό νόμισμα υπό την ορατή απειλή χρεοκοπίας ενός κράτους που επί δεκαετίες δανειζόταν από παντού και φορολογούσε τα πάντα, προκειμένου να εξαγοράζει ψήφους πολιτών διατεθειμένων να τις ανταλλάξουν έναντι μιας θέσης στο δημόσιο...

Αν υπάρχουν ακόμη εκσυγχρονιστικές δυνάμεις σε αυτό τον τόπο, που όραμά τους έχουν μια κοινωνία και οικονομία δυτικού τύπου, οφείλουν να παραδεχτούν ότι οι προσπάθειες να επιτευχθεί αυτό με προσπάθειες άλματος προς τα εμπρός, όπως η ένταξη στην ΕΟΚ και η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, απέτυχαν παταγωδώς. Το θεμελιώδες ερώτημα πλέον που τίθεται είναι εάν αξίζει να προσπαθεί κανείς για έναν τέτοιο στόχο, ή εάν είναι ανέφικτο ένα κράτος δικαίου και μια ελεύθερη οικονομία στην Ελλάδα, για τους ίδιους λόγους που δεν αξίζει επένδυση σε φωτοβολταϊκά στη Σιβηρία, που δεν φυτρώνει εντελβάις στη Σαχάρα ή που δεν υπάρχει ανεξιθρησκία στη Σαουδική Αραβία.

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα επιτυχημένων θεσμών που απέτυχαν να εισαχθούν σε κράτη χωρίς σχετική παράδοση, ενώ ακόμη και το πρότυπο του έθνους-κράτους επέτυχε να εφαρμοστεί σε πολλές περιπτώσεις (λ.χ. Αφρική). Πριν ακόμη τη χρεοκοπία του Τρικούπη και τους Ολυμπιακούς του 1896, ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραφε: «Κόμμα εἶναι ὁμὰς ἀνθρώπων εἰδότων ν᾿ ἀναγιγνώσκωσι καὶ νὰ ὀρθογραφῶσιν, ἐχόντων χεῖρας καὶ πόδας ὑγιεῖς ἀλλὰ μισούντων πᾶσαν ἐργασίαν, οἵτινες ἐνούμενοι ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν οἱονδήποτε ζητοῦσι ν᾿ ἀναβιβάσωσιν αὐτὸν διὰ παντὸς μέσου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ πρωθυπουργοῦ ἵνα παράσχῃ αὐτοῖς τὰ μέσα νὰ ζῶσιν χωρὶς νὰ σκάπτωσιν». Εφόσον στη σημερινή Ελλάδα παραμένει πρότυπο των μαζών το να «ζεις χωρίς να σκάπτεις», εφόσον αυτό παραμένει εφικτό αν στοιχηθείς σε ένα κόμμα υπό «έναν αρχηγό οιονδήποτε» και καταφέρεις να τον ανεβάσεις στην εξουσία, δεν μπορούμε να περιμένουμε ούτε κράτος δικαίου, ούτε ελεύθερη οικονομία.

Η λύση λοιπόν είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να σκάπτεις. «Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω» λεγόταν αυτό παλιά, there's no such thing as a free lunch αργότερα... Όσο εμείς επί τριάντα χρόνια προσπαθούμε να αποδείξουμε το αντίθετο με Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, Διαρθρωτικά Ταμεία, Κοινή Αγροτική Πολιτική, Πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ, η πραγματικότητα μας διαψεύδει. Και φαίνεται ότι εκεί στη μακρινή Εσθονία ξέρουν πολύ καλά την πραγματικότητα...