Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Κλειστά επαγγέλματα (1 / 3) : Μερικές γενικές σκέψεις

Το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων θα είναι – στο βαθμό που πραγματοποιηθεί – μια ιστορική μεταρρύθμιση με προοπτική να απελευθερώσει τεράστιες, λιμνάζουσες δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας. Δυνάμεις δηλαδή των - δέσμιων από το κράτος και τις συντεχνιακές ρυθμίσεις του – Ελλήνων πολιτών. Ωστόσο, τα μηνύματα που στέλνει η κυβέρνηση είναι (όπως και στα υπόλοιπα θέματα) αντιφατικά:

Ο Πρωθυπουργός, σε πρόσφατες δηλώσεις του παρότρυνε τους Υπουργούς του να προχωρήσουν στο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων αλλά παράλληλα έδωσε έμφαση στην ανάγκη συνεννόησης, όχι με όλους τους εμπλεκόμενους, αλλά αποκλειστικά με τις ωφελούμενες ως τώρα συντεχνίες, λες και αυτοί είναι οι μόνοι επηρεαζόμενοι από το θέμα και όχι οι χιλιάδες άνεργοι ή ετεροαπασχολούμενοι, σιδηροδέσμιοι της γραφειοκρατίας και των χαριστικών ρυθμίσεων, Έλληνες πολίτες.

Κατά τα μέσα / τέλη Δεκεμβρίου, πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον τύπο (1, 2) ανέφεραν ότι επιτροπή που λειτουργούσε υπό τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης κατέληξε στη διατύπωση μιας γενικής, οριζόντιας ρύθμισης, η οποία θα αφορούσε ρυθμίσεις για 160 επαγγέλματα,  ουσιαστικά όμως παραπέμποντας τις λεπτομέρειες για το άνοιγμα κάθε επαγγέλματος πίσω στο κάθε ένα υπουργείο. Το κάθε υπουργείο θα μπορεί να διατηρήσει ρυθμίσεις που θα απαγορεύουν στους υπόλοιπους («εκτός των τειχών») Έλληνες πολίτες να δραστηριοποιηθούν στα εν λόγω επαγγέλματα, για λόγους «δημοσίου συμφέροντος»...

Με βάση την προϊστορία του κάθε υπουργείου αλλά και το γεγονός ότι γύρω από κάθε φορέα δημόσιας εξουσίας συγκεντρώνονται και αναπτύσσουν σχέσης αλληλεξάρτησης με αυτόν τα εκάστοτε, «ρυθμιζόμενα» από τον φορέα συμφέροντα, έχουμε κάθε λόγο να υποθέσουμε ότι η δικαιολογία του «δημοσίου συμφέροντος» θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον, προσχηματικά, για τη διατήρηση του status quo, πιθανώς με ελάχιστες, επιφανειακές αλλαγές.

Και επειδή κάποιος αναγνώστης ίσως θεωρήσει αυτή την επιφυλακτικότητά μου ένδειξη προσωπικής κακοπιστίας ή απαισιοδοξίας, θα παρουσιάσω σε επόμενα σημειώματα ορισμένα πολύ πρόσφατα, συγκεκριμένα παραδείγματα της λογικής με την οποία λειτουργεί το ελληνικό δημόσιο.

Πριν απ’ αυτά όμως, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας και κάποιες άλλες σκέψεις μου, περιφερειακές του θέματος αλλά νομίζω ενδιαφέρουσες.

Ένα από τα αποτελέσματα της φτώχιας του δημοσίου διαλόγου και της συνθηματολογικής / ρηχής προσέγγισης των θεμάτων είναι η αδυναμία μας να χρησιμοποιήσουμε λέξεις και φράσεις με την πραγματική τους έννοια. Και αντιστρόφως, η αδυναμία μας να εκφράσουμε τις κυρίαρχες έννοιες που μας απασχολούν για κάθε ζήτημα με τις λέξεις εκείνες που θα βοηθούσαν ώστε να φωτιστεί το πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας. Πάρτε για παράδειγμα τη φράση «άνοιγμα του επαγγέλματος του μηχανικού». Βλέπουμε ότι η κατοχή ενός πτυχίου ταυτίζεται με τη λέξη «επάγγελμα». Για την ακρίβεια, ειδικά στην περίπτωση του μηχανικού, θα λέγαμε ότι το επάγγελμα δεν ταυτίζεται καν με το πτυχίο (αφού άλλες είναι οι σπουδές του «χημικού μηχανικού», του «αρχιτέκτονα-μηχανικού», του «ηλεκτρολόγου-μηχανικού» κ.ο.κ.) αλλά –υπογείως– ταυτίζεται με τη συντεχνιακή ιδιότητα του μέλους του ΤΕΕ. Με αυτόν τον τρόπο όμως η φράση «άνοιγμα του επαγγέλματος του μηχανικού» παύει να έχει νόημα (δηλ. θα ανοίξει η ιδιότητα του μέλους του ΤΕΕ;) ή το όποιο νόημα κρύβεται πίσω της γίνεται πολύ θολό και αόριστο, και κινδυνεύουμε πάλι να μείνουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.

Σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας το επάγγελμα ορίζεται ως «βιοποριστική απασχόληση» με συνώνυμά του τις λέξεις εργασία, δουλειά. Η δε εργασία ορίζεται ως «η καταβολή σωματικών και πνευματικών δυνάμεων για την παραγωγή επιθυμητού ή επιβεβλημένου έργου».

Για τον Έλληνα νομοθέτη ο όρος επάγγελμα φαντάζει μάλλον άγνωστος, καθότι δεν φροντίζει να ορίσει, ούτε για τα του οίκου του, ποιο είναι αυτό το «επιθυμητό ή επιβεβλημένο έργο». Στη λειτουργία του ίδιου του ελληνικού δημοσίου δεν εμφανίζονται καν οι όροι «θέση εργασίας» και «περιγραφή θέσης εργασίας». Εξ’ ου και η πρακτική της ελληνικής διοίκησης να προσλαμβάνει άτομα απλά και μόνο με βάση τις σπουδές τους (ιδίως αν αναφερόμαστε σε πτυχιούχους) και «τις υπηρεσιακές ανάγκες» (γενικώς και αορίστως), χωρίς να κάνει αναφορά στη θέση που τα προσλαμβανόμενα άτομα θα κληθούν να καλύψουν και το έργο που θα πρέπει να παράγουν. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα αποκλειστικά προνόμια άσκησης επαγγέλματος που δίνονται σε διάφορες συντεχνίες / αποφοίτους συγκεκριμένων σχολών. Η μη ύπαρξη καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων για κάθε θέση / επάγγελμα υποκαθίσταται συχνά από την αναφορά σε συγκεκριμένο πτυχίο.
Η ταύτιση του επαγγέλματος με το πτυχίο στην ελληνική δημόσια σφαίρα, μπορεί όμως να έχει και κάποιες βαθύτερες ρίζες. Ίσως να αντανακλά την πεποίθηση (κοινής γνώμης και νομοθέτη) ότι τα πανεπιστήμια δεν είναι κάτι άλλο παρά μια συνέχιση των δευτεροβάθμιων σπουδών, δηλ. χώροι παραγωγής παπαγάλων υψηλής εξειδίκευσης. Αν κάποιος δεν δει το πανεπιστήμιο ως χώρο όπου καλλιεργείται η συνθετική και αναλυτική σκέψη, η κριτική ικανότητα και η εμπειρία εργασίας σε απαιτητικά περιβάλλοντα αλλά απλώς ως χώρο παροχής συγκεκριμένων γνώσεων, τότε μπορεί να καταλάβει γιατί ο νομοθέτης θέτει με ιδιαίτερη ευκολία κάθε είδους περιορισμούς στην άσκηση πάμπολλων επαγγελμάτων. Για τον Έλληνα νομοθέτη θεωρείται μάλλον αδιανόητο να ...ξεφύγει κάποιος από το «γνωστικό αντικείμενο» με το οποίο πρωτοασχολήθηκε (σε πανεπιστημιακό ή μη επίπεδο) και να θελήσει να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά σε κάποιο κλάδο ή θέση που να παρεκκλίνει, έστω και ελάχιστα, από αυτό. Άρα αρκεί, με βάση αυτή τη στατική λογική, να ταξινομήσουμε / αντιστοιχίσουμε τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα στα διάφορα επαγγέλματα. Θα μπορούμε έτσι να έχουμε κάνει μια βέλτιστη κατανομή των ανθρωπίνων πόρων που υπάρχουν στην οικονομία μας και να έχουμε εξασφαλίσει σε κάθε ένα εργαζόμενο ένα μέλλον στον κλάδο που διάλεξε. Μόνο που η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας!