Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Δυσάρεστες αλήθειες για την Ελληνική οικονομία

Από τις ατελείωτες σελίδες αναλύσεων που έχουν γραφτεί για την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της, ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις αυτών που μπαίνουν στην καρδιά του προβλήματος και επιδιώκουν μια ψύχραιμη αποτίμηση της κατάστασης, προτείνοντας επιπλέον ενδεδειγμένα επόμενα βήματα αυτών που χαράσσουν πολιτική. Συνήθως αυτές οι φωνές είναι περιθωριοποιημένες και δεν ακούγονται στο ευρύ κοινό. Αυτοί που επηρεάζουν τη χάραξη πολιτικής (κυβέρνηση, κόμματα αντιπολίτευσης, ΜΜΕ, άλλοι θεσμικοί παράγοντες) επιμένουν σε ρηχές προσεγγίσεις, με έντονη δόση λαϊκισμού αναζητώντας εχθρούς, συνήθως εκτός Ελλάδας και όχι λύσεις. Παρακάτω θα προσπαθήσω να συνοψίσω κάποιες διαπιστώσεις που πιστεύω είναι σημαντικό να εκτεθούν συγκεντρωμένες:
Η Ελληνική οικονομία έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει. Η δανειακή σύμβαση που υπογράψαμε το Μάιο παρατείνει για την Ελληνική οικονομία τεχνητά και μόνο ένα καθεστώς βιωσιμότητας. Το μνημόνιο είναι μέρος μιας δανειακής σύμβασης που βασικό στόχο έχει να επιστραφούν τα χρήματα στους δανειστές. Προϋπόθεση για αυτό είναι να μπουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά της χώρας ώστε να μπορέσει αυτή να αποπληρώσει τόκους και χρεολύσια στους δανειστές της. Συμπτωματικά η τακτοποίηση του οίκου μας εξυπηρετεί και τους πολίτες της χώρας. Υπάρχει δηλαδή μια σύμπτωση στόχων μεταξύ Ελλήνων πολιτών και δανειστών τουλάχιστον ως προς αυτό. Το μνημόνιο δεν είναι κάτι στατικό, τροποποιείται και αναθεωρείται αναλόγως των εξελίξεων στην Ελλάδα και στο γενικότερο οικονομικό κλίμα, όπου αυτό επηρεάζει την εφαρμογή του. Μέχρι τώρα, οι στόχοι του κατά βάση επιτυγχάνονται και οι προβλέψεις επιβεβαιώνονται. Η ύφεση που διέρχεται η ελληνική οικονομία δεν είναι αποτέλεσμα του μνημονίου αλλά της ουσιαστικής της πτώχευσης και της έλλειψης νέων δανεικών για κατανάλωση. Το μνημόνιο διαχειρίζεται μια κατάσταση, δεν την προκαλεί.
Στόχος του μνημονίου είναι να φέρει το έλλειμμα σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Αυτό είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι ικανή από μόνη της για τη μείωση του χρέους. Η επιμήκυνση, η μείωση των επιτοκίων και τελικά η αναδιάρθρωση (με όποιον τρόπο κι αν επιλεγεί να γίνει) είναι οι επιπλέον ενέργειες που χρειάζονται για τη μείωση του χρέους. Από την άλλη όμως, αυτές δεν καθιστούν την ανάγκη μείωσης του ελλείμματος (και την εφαρμογή του μνημονίου) περιττή, αντίθετα η μείωση του ελλείμματος είναι προαπαιτούμενο για την εφαρμογή τους. Κανείς κάτοχος τίτλου Ελληνικού δημοσίου δεν θα κάτσει να διαπραγματευτεί αλλαγή των όρων της συμφωνίας με το Ελληνικό δημόσιο αν δεν έχει πειστεί με σιγουριά ότι το έλλειμμα θα γίνει σχετικά σύντομα πλεόνασμα, οπότε και δε θα χρειαστεί να επαναλάβει την ίδια διαδικασία μετά από λίγα χρόνια. Αφού ολοκληρωθούν τα παραπάνω θα μπορεί η Ελληνική κυβέρνηση να ξαναβγεί στις αγορές κεφαλαίου για δανεισμό και όχι νωρίτερα. Η χρονική σειρά λοιπόν είναι μείωση του ελλείμματος το γρηγορότερο δυνατό, εν συνεχεία διαπραγμάτευση για το θέμα αναδιάρθρωσης του χρέους και τέλος επιστροφή στις αγορές. Το σενάριο σύμφωνα με το οποίο η αναδιάρθρωση μειώνει την προσπάθεια προσαρμογής δεν έχει δυνατότητα εφαρμογής. Αναφορικά πάντως με την αναδιάρθρωση στόχος της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι ο περιορισμός των συνεπειών σε αυτούς που θίγονται απ’ αυτήν. Κι επειδή στις κεφαλαιαγορές έχει ήδη προεξοφληθεί η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, θεωρώ ότι οι τιμές των μετοχών των τραπεζών και οι κεφαλαιακές ενισχύσεις τους αντικατοπτρίζουν αυτήν ακριβώς τη υπόθεση. Εκτιμώ λοιπόν ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να καταστρώσει ένα σχέδιο διαχείρισης των συνεπειών ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης στα ασφαλιστικά ταμεία (ελπίζω να το κάνει ήδη με άκρα μυστικότητα). Επιπλέον είναι προφανές ότι η πώληση ή μακροχρόνια μίσθωση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, που παραμένουν ανεκμετάλλευτα παράγοντας μόνο δαπάνες, θα προσφέρει φορολογικά έσοδα και απασχόληση συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μείωση του χρέους.
Μιλώντας για απασχόληση περνάμε στην πολυπόθητη ανάπτυξη, η οποία δυστυχώς ούτε νομοθετείται ούτε εξαγγέλλεται. Το ΑΕΠ μιας χώρας είναι το άθροισμα της κατανάλωσης (C), των επενδύσεων (I), των κυβερνητικών δαπανών (G) και των καθαρών εξαγωγών (NX). Στην Ελληνική οικονομία όπως την ξέραμε η κατανάλωση και οι κυβερνητικές δαπάνες ήταν οι πυλώνες της, στρεβλής όπως αποδείχτηκε περίτρανα, ανάπτυξης της οικονομίας. Από δω και πέρα οι κυβερνητικές δαπάνες θα μειώνονται συνεχώς για αρκετά χρόνια. Η κατανάλωση έχει μειωθεί αρκετά ελλείψει άφθονων και φθηνών δανεικών καθώς και λόγω ύφεσης και αντίστοιχων προσδοκιών μελλοντικών εισοδημάτων και δύσκολα θα ανακάμψει και μάλιστα σε καμία περίπτωση στα επίπεδα προ κρίσης. Μας μένουν επενδύσεις και εξαγωγές που θα πρέπει πρώτα να καλύψουν το κενό της μείωσης των (C) και (G) αλλά και να αυξήσουν το εγχώριο προϊόν. Δυστυχώς οι παραγωγικοί πόροι της ελληνικής οικονομίας ήταν προσανατολισμένοι προς το (C) και το (G). Κατά συνέπεια θα λάβει χώρα ένας ριζικός αναπροσανατολισμός τους (συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας) προς το (I) και το (NX). Εν ολίγοις κάποιες από τις θέσεις απασχόλησης που καταργούνται, πχ στο λιανικό εμπόριο, δε θα επανέλθουν ποτέ στην οικονομία. Κάποιες άλλες που τεχνητά δεν έχουν καταργηθεί ακόμα (πχ δημόσιοι υπάλληλοι) θα πρέπει σταδιακά να καταργηθούν ώστε να απελευθερώσουν πόρους προς νέες δραστηριότητες που θα πρέπει να αναπτύξει η Ελληνική οικονομία. Πολλοί άλλοι επαγγελματίες – κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες - θα πρέπει επίσης να αλλάξουν απασχόληση. Χρειαζόμαστε λιγότερους δικηγόρους, μηχανικούς, φαρμακοποιούς, δημοσιογράφους και πολλούς άλλους και πρέπει ν’ αφήσουμε την αγορά να καθορίσει πόσοι είναι αυτοί ώστε άνθρωποι ικανοτήτων και μόρφωσης να μετακινηθούν σε άλλες εξωστρεφείς δραστηριότητες που θα φέρουν την ανάπτυξη. Αυτή η προσαρμογή δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη – θα πάρει κάποια χρόνια και είναι ιδιαίτερα επίπονη γι’ αυτούς που τη βιώνουν, παρ’ όλα αυτά είναι απαραίτητη. Τέλος χρειαζόμαστε, σε συνδυασμό με τα παραπάνω, ένα θεσμικό πλαίσιο που θα διευκολύνει (χωρίς να χαρίζει, η να επιδοτεί – απλά να μην δημιουργεί προσχώματα) τις επενδύσεις, κυρίως ξένες, που έχει μεγάλη ανάγκη η οικονομία.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Από το 1-1-4 στο «έλα καημένε, Σύνταγμα είναι...»

Στη δημόσια ζωή, όλα είναι θέμα ισορροπιών. Υπάρχουν νόμοι που αποτρέπουν παράνομες ενέργειες. Υπάρχει Σύνταγμα που επιτρέπει θέσπιση νόμων μόνο εντός του πλαισίου του. Υπάρχουν Ανεξάρτητες Αρχές που θεσπίστηκαν ως αντίβαρο προς τις στρεβλώσεις του κρατικού μηχανισμού. Υπάρχουν (υποτίθεται) ανεξάρτητες εξουσίες, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική, προκειμένου να αλληλοσυμπληρώνονται και να αλληλοελέγχονται (άλλο που στις μέρες μας έχουν ατονίσει και συγκλίνει στο πρόσωπο του εκάστοτε πρωθυπουργού). Σε κάθε περίπτωση, οι οργανωμένες κοινωνίες δημιουργούν θεσμούς και διαδικασίες που να αποτρέπουν τις αυθαιρεσίες και τις εκτροπές. Υπάρχει εντέλει ο ίδιος ο λαός, ο οποίος ελέγχει τις αποφάσεις που παίρνονται...

Στον τόπο μας συντελέστηκε τα τελευταία 30 χρόνια ένα προφανές έγκλημα, αυτό της υπερχρέωσης. Μια ολόκληρη γενιά κατανάλωσε πολύ περισσότερα από όσα παρήγαγε, και όσα της έλειψαν τα φόρτωσε, μέσω του δανεισμού, στις επόμενες. Στο έγκλημα αυτό δυστυχώς δεν υπήρξε αντίβαρο. Κανείς νόμος δεν απαγόρευσε τις προσλήψεις από το παράθυρο. Κανένα Σύνταγμα δεν απαγόρευσε την ψήφιση ελλειματικών προϋπολογισμών. Κανείς θεσμός (Ελεγκτικό Συνέδριο ίσως;) δεν μπορούσε να αναγκάσει προδήλως ψευδείς προϋπολογισμούς να καταπέσουν. Κανένα κόμμα δεν είχε συμφέρον να βάλει φρένο στο πλιάτσικο που συντελούνταν εις βάρος του δημοσίου χρήματος, διότι απλούστατα θα ροκάνιζαν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται... Όσο για τον λαό, αυτός δεν αντιδρούσε διότι... από τα δανεικά έτρωγε κι αυτός!

Τώρα, εν μέσω χρεωκοπίας ουσιαστικά, έρχεται στη δημόσια συζήτηση η πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της ψήφισης μη ελλειματικών προϋπολογισμών. Η ιδέα δεν είναι βεβαίως πανάκεια, για πρώτη φορά όμως προτείνεται να υπάρχει ένα αντίβαρο εκεί που μέχρι σήμερα ουδείς μπορούσε να αποτρέψει το Ελληνικό Δημόσιο να καταναλώνει περισσότερα από όσα εισπράττει. Ούτε κενοφανής είναι τέτοιου είδους συνταγματική κατοχύρωση: η ταλαιπωρημένη από τον υπερπληθωρισμό των δύο Πολέμων Γερμανία, στο πρώτο της μεταπολεμικό Σύνταγμα κατοχύρωσε τη σταθερότητα του νομίσματός της ως προτεραιότητα, πράγμα που κατέστησε το Μάρκο ένα από τα σταθερότερα νομίσματα του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, κάθε κοινωνία προσπαθεί να διαγνώσει τέτοιου είδους ανισορροπίες και να τις θεραπεύσει με τον κατάλληλο τρόπο.

Στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται επ'αυτού, παρενέβη σήμερα με ένα κατά τη γνώμη μου επαίσχυντο άρθρο ένας κατεξοχήν εκπρόσωπος της γενιάς που υπερχρέωσε τη χώρα και καλοπέρασε με τα δανεικά: ο κ. Βαρβιτσιώτης. Στο άρθρο του αυτό εν πολλοίς αναφέρει ότι αφού πολλές διατάξεις του Συντάγματος δεν ορίζουν και κυρώσεις για τυχόν παραβίασή τους, δεν θα μας σώσει άλλη μια τέτοια που να ορίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα. Ο κ. Βαρβιτσιώτης δηλαδή δεν προτείνει π.χ. τη θεσμοθέτηση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ή άλλου θεσμού, που θα μπορούσε να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν συνταγματικές διατάξεις που αδρανούν. Μας είπε απλά ότι αφού όλοι μας γράφουμε το Σύνταγμα στα παλιά μας τα παπούτσια, δεν υπάρχει κανείς λόγος να το φορτώνουμε με επιπλέον περιττές διατάξεις.

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για τη θλιβερή ομολογία ξεπεσμού μιας ολόκληρης γενιάς από τις μαζικές διαδηλώσεις με σύνθημα το 1-1-4 (την ακροτελεύτια διάταξη του προηγούμενου Συντάγματος, με βάση την οποία η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων), στο «έλα καημένε, Σύνταγμα είναι, κανείς δεν το εφαρμόζει». Πρόκειται για τραγικό ξεπεσμό, που αποδεικνύει ότι αυτή η γενιά αδυνατεί όχι απλώς να αποτρέψει την καταστροφή, αλλά ακόμη και να κατανοήσει ότι αυτή την έχει προκαλέσει! Φοβάμαι ότι πλέον μοναδική ελπίδα για τον τόπο είναι να βγει η επόμενη γενιά στους δρόμους, με σύνθημα ένα νέο 1-1-4...