Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Όχι στην αύξηση των φόρων, ναι στη μείωση του κράτους

Ο φίλος μας blogger Averell Dalton μας έστειλε μια σειρά από κείμενά του, στα οποία επιχειρεί να καταδείξει γιατί η δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε να βασίζεται στη μείωση του κράτους, παρά στην περαιτέρω αύξηση της φορολογίας. Με χαρά τα παραθέτουμε:


1. Εισαγωγή

Ο Στέφανος Μάνος, στο γνωστό πρόσφατο άρθρο του, προτείνει να ληφθούν γενναία μέτρα, ώστε το έτος 2011 να λήξει με πρωτογενές πλεόνασμα. Δεν χρειάζεται καν να μνημονευθούν οι θετικές συνέπειες που θα είχε ένα τέτοιο αποτέλεσμα - ουσιαστικά θα προκαλούσε τέτοιο θετικό σοκ στις αγορές, ώστε να πέσουν τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων και τα ασφάλιστρα κινδύνου. Προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη μείωση των δαπανών, μέσω της μειώσεως του κράτους, με κατάργηση υπηρεσιών, χωρίς τις οποίες μπορούμε να ζήσουμε, και αντιπαραβάλλει την πρόταση αυτή με την τακτική που ακολουθεί η κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί να αυξήσει τα έσοδα του Κράτους μέσω της αυξήσεως φορολογικών συντελεστών ή της επιβολής εκτάκτων εισφορών και διαφόρων άλλων βαρών.
Το δίλημμα: μείωση δαπανών (κράτους) ή αύξηση φόρων θα έπρεπε κανονικά να μην τίθεται καν. Ειδικά στη σημερινή κατάσταση, τα πλεονεκτήματα της μειώσεως του κράτους είναι πρόδηλα και σ' αυτά θα αναφερθούμε στη συνέχεια, μη παραβλέποντας και τις δυσμενείς συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η μείωση του κράτους για υπαλλήλους που θα χάσουν τις θέσεις τους. Κάποια γενικά πράγματα μπορούν να αναφερθούν εισαγωγικά:
Κατά πρώτον, η μείωση του κράτους έχει άμεσο και μετρήσιμο δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να πει κανείς για την αύξηση των φορολογικών συντελεστών - κάτι που έδειξε και η πράξη στην Ελλάδα. Παρά τους αυξημένους φορολογικούς συντελεστές και την αύξηση της φορολογίας και του ΦΠΑ σε διάφορα είδη, όπως και αυξήσεις σε θεωρούμενα είδη πολυτελείας, τα έσοδα δεν είχαν την αναμενόμενη αύξηση - και όλα δείχνουν ότι ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις ή έκτακτες εισφορές, περισσότερη φορολόγηση της ιδιωτικής περιουσίας κ.λπ., δεν θα βοηθήσει καθόλου.
Κατά δεύτερον, η μείωση του κράτους έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση δυνάμεων στην αγορά που, με τη σειρά της, φέρνει νέες θέσεις εργασίας και μάλιστα παραγωγικές, όχι παρασιτικές. Σημαίνει λιγότερους οργανισμούς και γραφειοκρατία, που θέτουν εμπόδια, κατά κανόνα, στη λειτουργία των επιχειρήσεων. Αντιθέτως, η αύξηση της φορολογίας αποτελεί σημαντικό αντικίνητρο για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Επίσης, σε συνδυασμό και με το ασταθές φορολογικό περιβάλλον, λειτουργεί εντελώς αποτρεπτικά σε άμεσες ξένες επενδύσεις.
Τρίτον, η μείωση του κράτους έχει μόνιμο χαρακτήρα και μόνιμο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών, ακόμη κι εάν οδηγήσει σε πρόσκαιρη αύξηση των φορολογικών εσόδων, εξαντλεί γρήγορα την οποία δυναμική της. Και, βεβαίως, η μείωση του κράτους είναι και μέσον εξορθολογισμού του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα. Με τη μείωση του κράτους, δηλαδή, πολλές από τις περιττές λειτουργίες του θα καταργηθούν, ενώ παρέχεται και αφορμή για ανακατανομή προσωπικού. Αντιθέτως, η αύξηση της φορολογίας απλώς διατηρεί την παρούσα κατάσταση με όλες τις στρεβλώσεις που έχει ο τεράστιος δημόσιος τομέας.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι πρωτότυπες σκέψεις - δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό. Είναι κάλεσμα προς το πολιτικό σύστημα να ξεπεράσει τις γραφειοκρατικές εμμονές και εξαρτήσεις του, να παραμερίσει τα διάφορα συντεχνιακά συμφέροντα που έχουν στηθεί γύρω από το κράτος, ώστε να λειτουργήσει στο τέλος επ' ωφελεία της κοινωνίας.

2. Η δημοσιονομική αποτελεσματικότητα της μειώσεως του κράτους


Τώρα, πώς και γιατί να διαφημίζεται μια πολιτική επιλογή, ότι έχει "σίγουρο αποτέλεσμα"; Διότι στη σημερινή κατάσταση, όταν οι δανειστές, που κρατούν τη χώρα μας εκτός χρεωκοπίας, ενδιαφέρονται για τη δραματική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, είναι σαφές ότι τους (και μας) ενδιαφέρουν μέτρα, των οποίων το αποτέλεσμα είναι άμεσα μετρήσιμο και βέβαιο. Γνωρίζουμε ποιες δαπάνες αντιστοιχούν με τις κρατικές δραστηριότητες που καταργούνται και, απλούστατα, ξέρουμε ότι θα τις διαγράψουμε από τη στήλη των εξόδων. Εάν, δηλαδή, πούμε ότι καταργούμε τα τμήματα του ΤΕΙ Κοζάνης που βρίσκονται στα Γρεβενά, ξέρουμε ότι γλιτώνουμε τη μισθοδοσία των διδασκόντων και του διοικητικού προσωπικού, τις δαπάνες για μίσθωση, συντήρηση και καθαριότητα του κτηρίου, κ.λπ. Και ξέρουμε ότι η μείωση των δαπανών αυτών είναι δεδομένη, δεν εξαρτάται από άλλους, εξωτερικούς παράγοντες.
Αντιθέτως, εάν αυξήσουμε τους φορολογικούς συντελεστές, δεν μπορούμε (όπως προκύπτει και στην πράξη) να προβλέψουμε με ακρίβεια τι θα προσθέσουμε στη στήλη των εσόδων. Η αύξηση των φορολογικών συντελεστών, εκτός του ότι δημιουργεί περισσότερα κίνητρα για φοροδιαφυγή, αποτελεί και αντικίνητρο για την οικονομική δραστηριότητα. Οδηγεί, δηλαδή, σε μειωμένο κύκλο εργασιών τις επιχειρήσεις, σε μικρότερη φορολογική βάση - έτσι, το γινόμενο της νέας, φορολογικής βάσεως, επί το νέο φορολογικό συντελεστή, δεν θα είναι ιδιαιτέρως αυξημένο (και συχνά θα είναι μειωμένο) σε σχέση με αυτό της παλαιότερης φορολογικής βάσεως επί τον παλαιό φορολογικό συντελεστή. Αυτό ισχύει και για τους άμεσους, και για τους έμμεσους φόρους - η αύξηση στον ΦΠΑ οδηγεί, εκτός από λιγότερες επενδύσεις (αφού ακριβαίνει η προμήθεια των πρώτων υλών, τα μεταφορικά κ.λπ.) και σε μικρότερη κατανάλωση - πράγμα που οδηγεί σε μικρότερες επενδύσεις, γιατί το προσδοκώμενο αποτέλεσμά τους είναι μικρότερο και έτσι προχωρεί ένας φαύλος κύκλος. Ο κύκλος αυτός, εκτός από τις άλλες "φαυλότητες" χαρακτηρίζεται και από μειωμένη δυνατότητα εισπράξεως εσόδων από το κράτος, δηλαδή στο τέλος η αύξηση του φορολογικού συντελεστή δεν πετυχαίνει ούτε καν το βασικό της στόχο.
Αυτό το χαρακτηριστικό που έχει η μείωση του κράτους, η βεβαιότητα του δημοσιονομικού της αποτελέσματος, είναι κάτι που μπορεί να "πουληθεί" στους δανειστές μας - θα το δέχονταν ασμένως, επειδή ακριβώς τους διασφαλίζει περισσότερο.
Μη λησμονούμε και ότι η πράξη στη χώρα μας αποδεικνύει ότι χαλινάρι στα έξοδα, χωρίς την κατάργηση οργανισμών, δύσκολα μπαίνει. Πέρυσι μειώθηκαν σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και οι συντάξεις, αλλά η τελική μείωση του κόστους ήταν σχεδόν αμελητέα. Διάφοροι γαλαντόμοι υπουργοί ή προϊστάμενοι φρόντισαν με διάφορα τερτίπια (επιπλέον υπερωρίες, οδοιπορικά μαϊμού κ.λπ.) να αποκαταστήσουν τη διαφορά.

3. Τα αποτελέσματα στην αγορά


Η μείωση του κράτους, εκτός από το δημοσιονομικό της αποτέλεσμα με την άμεση μείωση των εξόδων, έχει και πολλά άλλα ευεργετικά αποτελέσματα στην αγορά. Απαλλάσσει τις επιχειρήσεις από περιττά γραφειοκρατικά εμπόδια, τα οποία είναι και αυτά ανασταλτικά για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Και, φυσικά, απελευθερώνει πόρους, οι οποίοι δεσμεύθηκαν για τη θεραπεία μιας συγκεκριμένης ανάγκης κατά την επιλογή μιας γραφειοκρατίας, στην αγορά, από την οποία θα προκύψει ορθολογικότερη κατανομή των πόρων, προς όφελος των αναγκών των καταναλωτών.
Η αύξηση των φόρων, αντιθέτως, εκτός από την άμεση χρηματική επιβάρυνση (και με αβέβαιο το δημοσιονομικό αποτέλεσμα) ενισχύει την ήδη υφισταμένη γραφειοκρατία, η οποία και βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ό,τι κάνει πάντα η γραφειοκρατία: να γιγαντωθεί, να αποκτήσει περισσότερη εξουσία και να καταλήξει να επιβαρύνει κι άλλο τον ιδιωτικό τομέα.
Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, η ύπαρξη πολλών κρατικών φορέων φέρνει άλλες στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς: χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα στρατόπεδα εκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων, αλλά και διάφορα ΤΕΙ, κατανεμημένα σε επαρχιακές πόλεις όχι με κριτήριο την εξυπηρέτηση των φοιτητών, λόγω της εγγύτητάς τους με σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα, αλλά με σκοπό την τεχνητή τόνωση της τοπικής οικονομίας διά της εξυπηρετήσεως των στρατιωτών και των σπουδαστών. Και μόνη η χοροθέτηση των κέντρων εκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων και των ΤΕΙ (και, σε αρκετές περιπτώσεις, και φυλακών) είναι ενδεικτική των κριτηρίων που χρησιμοποιεί το κράτος για την κατανομή των πόρων του - τεχνητή ενίσχυση της ζητήσεως σε περιοχές, από τις οποίες αναμένει η εκάστοτε πολιτική ηγεσία ψήφους. Σκεφθείτε, όμως, και ότι η τοποθέτηση των πανεπιστημίων και των στρατοπέδων εγκλωβίζουν τις τοπικές οικονομίες στην υιοθέτηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες κινούνται γύρω από την εξυπηρέτηση των στρατιωτών ή των σπουδαστών: από ενοικιαζόμενα διαμερίσματα μέχρι καφετέριες και μπαρ. Οι τοπικές οικονομίες στη συνέχεια γίνονται απολύτως εξαρτημένες από την παρουσία του στρατοπέδου ή του ΤΕΙ, με συνέπεια τυχόν μετακίνηση του φορέα αυτού να προκαλεί έντονες κοινωνικές αντιδράσεις (και να έχει σοβαρό πολιτικό κόστος) και να συμπλέκεται ακόμη περισσότερο η απόφαση για την τοποθέτηση των φορέων αυτών με κοντόφθαλμους πολιτικούς μικροϋπολογισμούς. Όμως και το προϊόν που παράγουν δεν έχει κάποια προστιθεμένη αξία, κάποια πραγματική αναπτυξιακή προοπτική (χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες ταιριάζουν στη ραθυμία που θεωρείται σχεδόν αρετή στην ελληνική επαρχία).
Έτσι, η τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας μας παρέχει αφορμή για την απεξάρτηση από τους τοπικιστικούς μικροπολιτικούς υπολογισμούς, ώστε και οι κάτοικοι των περιοχών, στις οποίες ευρίσκονται οι καταργούμενοι οργανισμοί, να στραφούν σε πραγματικά παραγωγικές δραστηριότητες.

4. Η μείωση του κράτους μπορεί να φέρει τον εξορθολογισμό του


Οι δυσμενείς επιπτώσεις της αυξήσεως των φορολογικών συντελεστών είναι λίγο ως πολύ γνωστές: εκτός του ότι αυξάνεται το κίνητρο για φοροδιαφυγή, τίθεται ένα βασικό αντικίνητρο για επενδύσεις, για την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου, καθώς τα περιθώρια του προσδοκωμένου κέρδους μειώνονται. Επίσης, πολλές φορές η αύξηση των φορολογικών συντελεστών (ιδίως στους έμμεσους φόρους) έχει ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση του αυξημένου φορολογικού βάρους στην τελική τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, πράγμα που οδηγεί, όπως είναι φυσικό, σε μειωμένη κατανάλωση (το οποίο οδηγεί σε μειωμένες εισπράξεις των εμμέσων φόρων -μείωση της φορολογικής βάσεως- και έτσι, σύμφωνα με την ίδια λογική, στην ανάγκη να αυξηθούν ακόμη περισσότερο οι συντελεστές, ώστε να αναπληρωθούν οι σχετικές απώλειες). Έτσι, η επιλογή της μειώσεως του δημοσιονομικού ελλείμματος μέσω της αυξήσεως των φορολογικών συντελεστών έχει αποτέλεσμα, και μάλιστα μόνιμο, στην αγορά, αφαιρώντας μεγάλο μέρος από τη δυναμική της.

Ακριβώς το αντίστροφο, όμως, συμβαίνει με τη μείωση του κράτους. Η μείωση του κράτους συναρτάται, κατ' ανάγκην, με τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του, την εξέταση, κατ' αρχήν, του ερωτήματος: ποιες υπηρεσίες πρέπει να παρέχει το κράτος στον πολίτη. Όμως, παραπέρα, εξετάζεται κι ένα ακόμη ερώτημα: ακόμη και τις υπηρεσίες που, απαντώντας στο προηγούμενο ερώτημα, δεχόμαστε ότι πρέπει να διασφαλίζει το κράτος στους πολίτες του - αυτές πρέπει να τις παρέχει μέσω μιας οργανωμένης γραφειοκρατικής δομής ή είναι καλύτερο να καταφεύγει στην αγορά, διατηρώντας απλώς εποπτικό ρόλο;

Το πρώτο ερώτημα, ποιες υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζει το κράτος, εμπεριέχει και πολλές αξιολογικές κρίσεις, στις οποίες υπάρχουν πολλές θεμιτές διαφωνίες, αναλόγως της ιδεολογικής προελεύσεως καθενός που απαντά. Το δεύτερο ερώτημα, όμως, είναι στη βάση του πολύ περισσότερο τεχνοκρατικό - θεωρείται δεδομένη, συμφωνημένη, η ανάγκη παροχής μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας και, εξετάζεται υπό καθαρά τεχνοκρατικό πρίσμα: ποιότητα υπηρεσιών και κόστος αυτών. Είναι εκπληκτικό πόσο διευρύνονται τα περιθώρια συμφωνίας προσώπων που προέρχονται ακόμη και από αντίθετους ιδεολογικούς χώρους στο δεύτερο ερώτημα (στο βαθμό που δεν παρεμβάλλονται ιδεοληψίες) - και πως προτάσεις, οι οποίες προέρχονται από το φιλελεύθερο χώρο (λ.χ. τα κουπόνια εκπαίδευσης) συγκινούν πολλές φορές και αριστερούς, οι οποίοι διαβλέπουν ότι με τη χρήση τους περισσότερα παιδιά (και μάλιστα από τις λιγότερο εύπορες οικογένειες) έχουν περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσουν μια καλή μόρφωση. Όμως σήμερα υπάρχουν πολλές συγκλίσεις ακόμη και στις απαντήσεις προς το πρώτο ερώτημα - χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αγροφυλακή, της οποίας η υπεράσπιση παρέμεινε καθαρά παραταξιακή υπόθεση του κόμματος που την δημιούργησε με αποκλειστικό σκοπό το διορισμό "ημετέρων".

Εννοείται, επιπλέον, ότι το όφελος από την κατάργηση περιττών οργανισμών παραμένει στο κράτος και την κοινωνία σε βάθος χρόνου - το αποτέλεσμα της μειώσεως του κράτους, δηλαδή, δεν είναι απλώς δημοσιονομικά βραχυχρόνιο, αλλά και μεσοπρόθεσμα εξορθολογιστικό και σαφώς προτιμητέο, και γι' αυτό το λόγο, από μια ακόμη αύξηση των φορολογικών συντελεστών.

5. Οι συνέπειες μιας δραστικής μειώσεως του κράτους

Η αντίρρηση που προβάλλεται στην πρόταση για κατάργηση κρατικών οργανισμών έχει δύο βασικές πτυχές: ότι πολλοί άνθρωποι θα βρεθούν ξαφνικά στην ανεργία και ότι η αγορά, με ήδη μεγάλη κάμψη στην κατανάλωση, θα δεχθεί ένα -τελειωτικό- κτύπημα, καθώς σημαντικό μέρος των υποψηφίων καταναλωτών θα βρεθεί χωρίς εισόδημα.

Τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν έχουν την απόλυτη ισχύ που τους προσδίδουν οι θιασώτες τους. Άλλωστε, εάν παίρναμε in extremis την άποψη ότι λειτουργεί καλύτερα η αγορά, όσο περισσότερο τροφοδοτείται με κρατικό χρήμα μέσω των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να γίνουν ακόμη περισσότεροι διορισμοί στο Δημόσιο, προκειμένου να τονωθεί η αγορά κι άλλο. Η αντίληψη αυτή στηρίζεται και σε μια στρεβλή ανάγνωση της οικονομικής πραγματικότητας: ο δημόσιος τομέας μπορεί να στηριχθεί (αφαιρουμένου του δανεισμού) μόνο από το προϊόν που παράγεται στον ιδιωτικό τομέα. Δηλαδή, εάν δεν παραχθεί προϊόν στον ιδιωτικό τομέα, δεν μπορούν να προκύψουν τα φορολογικά έσοδα, τα οποία θα διατηρήσουν το Κράτος. Αυτό απέχει πάρα πολύ από την αντίληψη, κατά την οποία πρέπει να υπάρχει μεγάλος δημόσιος τομέας, ώστε οι μισθοί του να τροφοδοτούν την αγορά: στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι παρά μια μη-παραγωγική κυκλική διαδικασία, η οποία οδηγεί σε μείωση του παραγομένου προϊόντος, μειωμένη φορολογική βάση και φοροδοτική ικανότητα, εν τέλει, και σε αναγκαστική στήριξη μέσω του εξωτερικού δανεισμού, ακριβώς δηλαδή αυτό που συνέβη στην Ελλάδα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. 

Άλλωστε, είναι σαφές ότι ελλείπει η ουσιαστική παραγωγή στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια: ο πρωτογενής τομέας υπάρχει για να δικαιολογεί τις επιδοτήσεις, όσον καιρό ακόμη αυτές διαρκέσουν, ο δευτερογενής τομέας που γνώρισε μια άνθηση τις δεκαετίες του '50 και του '60, στασιμότητα τη δεκαετία του '70 και φυγή στη συνέχεια, είναι πλέον αναιμικός, στην καλύτερη περίπτωση, ανύπαρκτος στη χειρότερη, ενώ ο τριτογενής τομέας χαρακτηρίζεται από χαμηλή ανταγωνιστικότητα και από δραστηριότητες με χαμηλή προστιθέμενη αξία, παρά την πληθώρα πτυχιούχων στη χώρα μας. Δηλαδή η ιδιωτική οικονομία στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έλλειψη δυναμισμού και, πλέον, και ύφεση, δηλαδή ποσοτική μείωση του παραγομένου προϊόντος - και, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η λύση δεν είναι η "τόνωση" της αγοράς με κρατικό χρήμα, δεδομένου ότι το κρατικό χρήμα θα προέλθει από την ίδια την αγορά, δηλαδή από τη φορολογία, αφαιρώντας της και την τελευταία ικμάδα ζωντάνιας.

Επομένως, λύση είναι η αφαίρεση των βαρών με μείωση της φορολογίας - αλλά και με την παρουσία καινούργιων προσώπων, που θα έχουν αποδεσμευθεί από το κράτος. Καταβάλλοντας στα πρόσωπα αυτά το 70% των τακτικών αποδοχών τους για τρία χρόνια τους παρέχεται η δυνατότητα να αναζητήσουν τη δραστηριότητα, στην οποία θα θελήσουν να επιδοθούν, καθώς δεν θα έχουν καμμία υποχρέωση παρουσίας στην υπηρεσία τους ή εργασίας. Για πολλούς, μάλιστα, η δραστηριότητα που θα μπορέσουν να ασκήσουν στην αγορά θα είναι πιθανότατα παρεμφερής με τα καθήκοντα που ασκούσαν στο δημόσιο, ειδικά στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες θα καταργηθεί κάποιος οργανισμός, ο οποίος αντιστοιχεί σε ανάγκες που καλύπτονται από την αγορά. Οι αποδοχές αυτές, το 70% των τακτικών, θα είναι ένα αυξημένο επίδομα ανεργίας - αυξημένο, διότι θα χορηγείται ανεξαρτήτως του εάν ο δικαιούχος έχει βρει άλλη εργασία ή έχει ξεκινήσει δική του, κερδοφόρα ενδεχομένως, επιχείρηση. Δικαιολογείται, μάλιστα, η χορήγηση αυτής της αυξημένης προστασίας από τη διάψευση της νομίμου προσδοκίας που είχε δημιουργηθεί στους δικαιούχους του για μονιμότητα στη θέση τους στο Δημόσιο.

Συνεπώς, με τη μείωση του κράτους η αγορά, στην πραγματικότητα, θα τονωθεί: θα υπάρξει μια μείωση του κυκλοφορούντος χρήματος, αλλά αντίστοιχα θα υπάρξει αύξηση του παραγομένου προϊόντος, καθώς θα απελευθερωθούν δυνάμεις, οι οποίες κατ' ανάγκην θα κινηθούν παραγωγικά. Δεν θα έχουμε, δηλαδή, σοβαρή πτώση (βραχυπρόθεσμη) στην κινητικότητα της αγοράς, αλλά, αντιθέτως, θα έχουμε μια μεσοπρόθεσμη τόνωση, η οποία θα συνδυασθεί και με τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα.

Δυστυχώς δεν μπορεί να παραλειφθεί και το "έσχατο" επιχείρημα υπέρ της μειώσεως του κράτους, σε σχέση με τους εργαζομένους σ' αυτό: ότι η παρούσα κατάσταση δεν είναι βιώσιμη, με αποτέλεσμα τυχόν αδράνεια σήμερα να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη κατάρρευση του κράτους, οπότε πολύ περισσότεροι άνθρωποι, πολύ περισσότεροι υπάλληλοι, έχουν να χάσουν πολλά περισσότερα.

6. Αναδιαπραγμάτευση βασιζόμενη στη μείωση του κράτους;

Η αξιοπιστία της χώρας μας έχει πληγεί πολλαπλώς. Ως εκ τούτου, ένα αίτημα για ριζική αναδιαπραγμάτευση του μεσοπροθέσμου προγράμματος ή του μνημονίου θα συναντούσε κατ' αρχήν δυσπιστία από τους εταίρους μας και από τις αγορές. Στην πραγματικότητα, όμως, μια πρόταση που θα έφερνε με μεγαλύτερη βεβαιότητα και συντομότερα δημοσιονομικά αποτελέσματα θα ήταν αναπάντεχα καλή για τους πιστωτές μας - ο στόχος, να επιτύχουμε ακόμη και φέτος πρωτογενές πλεόνασμα, θα προκαλούσε ένα θετικό σοκ στις αγορές, οι οποίες θα διεπίστωναν ότι η διαχείριση του ελληνικού χρέους γίνεται βιώσιμη, και μάλιστα με πολύ άμεσο τρόπο. Αυτό θα διευκόλυνε και τους πιστωτές μας, οι οποίοι μάλιστα θα μπορούσαν πολύ πιο εύκολα να επιχειρηματολογήσουν και εσωτερικά, στα κοινοβούλια και τα εκλογικά τους σώματα, για συνέχιση της παροχής της πιστωτικής στήριξης προς τη χώρα μας.

Μπορούμε, δηλαδή, να εικάσουμε με σοβαρή πιθανότητα ότι μια αναδιαπραγμάτευση στη βάση της δραστικής μειώσεως του κράτους θα οδηγούσε στην αποδοχή των νέων όρων από  τους πιστωτές της χώρας μας, αλλά και σε σημαντική βελτίωση τόσο της πιστοληπτικής αξιολογήσεως της χώρας μας, όσο και της εικόνας της στις αγορές. Εκτός από τα ευεργετικά εσωτερικά αποτελέσματα, δηλαδή, το cash flow της χώρας μας θα βελτιωνόταν σημαντικά. Επομένως, δεν τίθεται θέμα καν συγκρίσεως ανάμεσα στις δύο επιλογές για τη δημοσιονομική προσαρμογή - απλώς απαιτείται η πολιτική τόλμη, ώστε να ξεπερασθούν οι κομματικές εξαρτήσεις που συνόδευαν τους διορισμούς και την πορεία πλείστων όσων δημοσίων υπαλλήλων (και φορέων ολόκληρων), προκειμένου να γίνει ένα βήμα που πραγματικά θα οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση της χώρας μας.

Για την αντιγραφή,
Αθανάσιος Τσιούρας

2 σχόλια:

  1. Πολύ καλό το άρθρο!

    Όσοι συμφωνούν με το άρθρο, μάλλον συμφωνούν και με τους σκοπούς:

    http://www.causes.com/caus​es/619389-?recruiter_id=13​981070

    http://www.causes.com/caus​es/620933-2011-?recruiter_​id=13981070

    Υποστηρίξτε τους με την δική σας ηλεκτρονική υπογραφή, και προσκαλώντας τους φίλους σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. +1 στην ανάρτηση και στον Taxpayer :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γράψτε τη γνώμη σας!