Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Η ανατροπή της μαφίας

άρθρο του Γιώργου Μπιλίνη

Δεν υπάρχει Μαφία που θα αποφασίσει με δική της πρωτοβουλία να εγκαταλείψει τη δράση της (και τα έσοδα που απολαμβάνει) για να γίνει. . . ηθική. Η πολιτικοσυνδικαλιστική συμμορία που λυμαίνεται ό, τι παράγει με κόπο ένα ικανό τμήμα αυτής της χώρας, δεν υπάρχει περίπτωση να αυτοεξυγιανθεί ή να αυτοκαταργηθεί. Το παρασιτικό κρατικό μόρφωμα της μεταπολίτευσης (δημιούργημα πρωτίστως της δεκαετίας του '80, του πρώιμου Παπανδρεϊσμού) πάσχει από καθολικό καρκίνο, ο οποίος υφίσταται συνεχείς μεταστάσεις, σε όσα υγιή κύτταρα απομένουν να δίνουν τη προσωπική τους μάχη αντίστασης και επιβίωσης. Αποτελεί το σαράκι που κατατρώγει τις σάρκες της κοινωνίας, την οποία παράλληλα καταστρέφει ύπουλα, εθίζοντας τη στις εξαρτησιογόνες πατερναλιστικές, ανελεύθερες, ηγεμονικά διακινούμενες, αντιλήψεις.

Μία επιλογή έχουμε: ΝΑ ΤΟ ΣΑΡΩΣΟΥΜΕ!. Η Ελλάδα των γαλαζοπράσινων γκάγκστερς, των σκελετών του σταλινικού μουσείου και των άλλων επικίνδυνων & γραφικών ενοίκων της «πολυκατοικίας», πρέπει να ισοπεδωθεί και στη θέση της να οικοδομηθεί ένα σοβαρό δυτικοευρωπαϊκό κράτος. Ένα κράτος ορθολογικό, παραγωγικό, ανταγωνιστικό, πολιτισμένο, αξιοσέβαστο. Που δεν θα πελαγοδρομεί ανάμεσα σε μεσσιανισμούς (χριστιανισμός-ορθοδοξία-εκκλησία-θρησκεία, σοσιαλισμός-παρασιτισμός-αεργία). Που θα είναι σταθερά τοποθετημένο στα δυτικά πρότυπα ζωής, προσηλωμένο στις αρχές και τις αξίες του διαφωτισμού και της ελευθερίας, ενεργός συμμέτοχος και νουνεχής εταίρος των "Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης".

Τη λύση οφείλουμε να τη δώσουμε και θα τη δώσουμε εμείς, οι μέχρι σήμερα αμήχανοι πολίτες. Μερικές θορυβώδεις θλιβερές συντεχνίες και λίγοι κρατικοδίαιτοι άεργοι συνδικαλιστές διαλύουν καθημερινά τις ζωές μας. Είναι οι τελευταίοι σπασμοί του θηρίου. Γαντζωμένοι στα "κεκτημένα" προνόμια τους απειλούν να χύσουν αίμα και να αφανίσουν το σύμπαν, προκειμένου να μην τα απωλέσουν. Επιδίδονται σε μια ακόμη "διαπραγμάτευση" με τη Μαφία της εξουσίας, για να επιβεβαιώσουν-ανανεώσουν τη συνεργασία μαζί της και ομού να επιρρίψουν το σύνολο του κόστους της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής της οικονομίας επί των ώμων των πλέον αδυνάτων, εκείνων που δεν έχουν τα μέσα και τις δυνατότητες να πιέσουν ή να εκβιάσουν τη κοινωνία. Αυτοί που διαλύουν τη χώρα είναι ακριβώς αυτοί που επί δεκαετίες εισπράττουν τα λάφυρα της συνεργασίας. Και δεν ενδιαφέρονται για το επέκεινα. Αδιαφορούν εάν η διατήρηση των "κεκτημένων" θα ακυρώσει τη πενηντάχρονη πορεία της χώρας. (ΕΟΚ, ΕΕ, Ευρωζώνη). Όλοι οι υπόλοιποι, οι ορθολογιστές, οι νουνεχείς, οι παραγωγοί πλούτου, οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, εκείνοι που αντιλαμβάνονται τα δεδομένα και αγωνιούν για τη τύχη των μεταρρυθμίσεων και της πορείας της χώρας, τι κάνουμε; Στη χειρότερη περίπτωση αδρανούμε, στη καλύτερη σχολιάζουμε ειρωνικά και επικριτικά. Καιρός να δώσουμε διέξοδο. Καιρός να κάνουμε κι εμείς, η σιωπηλή πλειοψηφία, επίδειξη δύναμης. Ας συντονίσουμε τις κινήσεις μας, ας κηρύξουμε πανστρατιά, ας τους οχλήσουμε εκεί που καταλαβαίνουν. Εκατό, διακόσιες χιλιάδες πολίτες, ας γεμίσουμε το Σύνταγμα κι ας διαδηλώσουμε-επικοινωνήσουμε πολιτισμένα τα αιτήματα μας. Να ζητήσουμε την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, μέσω της άμεσης απομείωσης του κράτους και του στρατού κατοχής. Την αποχώρηση της μαφίας από τον επιχειρηματικό στίβο, μέσω της ιδιωτικοποίησης των πάντων. Τη παύση της δίωξης των συνεπών φορολογουμένων. Την αποτροπή της δήμευσης των περιουσιών μας, μέσω της συνεχούς φορολόγησης και της καταβολής μονίμου ετησίου ΕΝΟΙΚΙΟΥ για εξασφάλιση της διαμονής μας στις κατοικίες μας. Και κυρίως να διατρανώσουμε το αίτημα: ΦΤΑΝΕΙ. ΩΣ ΕΔΩ. ΣΗΜΕΡΑ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λιρέτα Εξαρχείων, Εσκούδο Αμπελοκήπων

(Ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας)

Από το κίνημα των αγανακτισμένων της περασμένης άνοιξης ξεπήδησε μια (επιτρέψτε μου την κακιά λέξη: φιλελεύθερη) ιδέα. Το ιδιωτικό νόμισμα. Στις απέραντες ώρες δημόσιας διαβούλευσης στα σπασμένα και χρυσοπληρωμένα μάρμαρα της Πλατείας Συντάγματος, κάποιοι πρότειναν να εισαχθεί ένα είδος νομίσματος, με το οποίο θα συναλλάσσονταν μεταξύ τους όσοι πολίτες επιθυμούσαν, αγοράζοντας και πουλώντας υπηρεσίες μεταξύ τους. Τα πλεονεκτήματα εμφανή: καμία συναλλαγή με το Κράτος, καμία φοροδοσία, κανένας δημόσιος υπάλληλος, κανένας έλεγχος. Εξαιρετική ιδέα! Και είδεν ο λαός ότι καλόν να λείπει το κράτος, ημέρα πρώτη.

Εισήχθη λοιπόν η Λιρέτα Εξαρχείων και οι πολίτες άρχισαν να συναλλάσσονται. Όλοι πήραν μια αρχική ποσότητα «νομίσματος» και τιμολογούσαν ελεύθερα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπορεύονταν. Όλα κυλούσαν ωραία και όλο και περισσότερος κόσμος ζητούσε να συμμετάσχει στο εγχείρημα. Σε κάποιους όμως μπήκε η ιδέα: ποιος εκδίδει το νέο νόμισμα που κυκλοφορεί; Και σε τι ποσότητες; Και σε ποιους το δίνει; Και ζητήθηκε διαφάνεια στη διαδικασία αυτή και ορίστηκε κάποιος υπεύθυνος να χειρίζεται αυτά τα θέματα και να λογοδοτεί. Του έδωσαν και ένα τραπέζι για να βάζει επάνω τα χαρτονομίσματα που εκδίδει και μοιράζει στους συμμετέχοντες, και για το λόγο αυτό τον ονόμασαν «Τράπεζα». Και είδεν ο λαός ότι χρήσιμον η Τράπεζα, ημέρα δευτέρα.

Μετά τα Εξάρχεια που εισήγαγαν τη Λιρέτα, οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων υιοθέτησαν το Εσκούδο. Ο υπεύθυνος έκδοσης όμως ήταν λίγο επιρρεπής σε παρασπονδίες και εξέδιδε μαζικά εσκούδα, τα οποία μοίραζε σε φίλους και γνωστούς, πιστεύοντας ότι δεν θα τον πάρει κανείς χαμπάρι. Όντως, κανείς δεν τον πήρε χαμπάρι, αλλά πολύ σύντομα κυκλοφορούσε τόσο χρήμα, που οι συμμετέχοντες τιμολογούσαν όλο και πιο ακριβά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσέφεραν, ενώ αυτοί που είχαν στα χέρια τους το «έξτρα» χρήμα, δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να το σκορπάνε με ευκολία. Το χειρότερο όμως ήταν ότι, ενώ μια Λιρέτα Εξαρχείων ανταλλάσσονταν στα ανταλλακτήρια του Κολωνακίου 1 προς 1, πολύ σύντομα έφτασε να αντιστοιχεί σε δύο Εσκούδα, οπότε και ο πονηρός Τραπεζίτης κατάλαβε ότι έκανε μια τρύπα στο νερό. Και είδεν ο λαός ότι χρήμα βγαίνει όταν παράγεις και όχι όταν το τυπώνεις, γιατί αλλιώς προκαλείται πληθωρισμός και υποτίμηση. Ημέρα τρίτη.

Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων είχαν την ιδέα να διοχετεύσουν το επιπλέον χρήμα σε κοινά έργα και πολιτικές. Εισήγαγαν και φόρο: όποιος συναλλασσόταν σε Εσκούδο, πλήρωνε 10% σε ένα κοινό ταμείο, από το οποίο πληρώνονταν αυτοί που τους μάζευαν, συν αυτοί που επιτηρούσαν τη δημόσια τάξη στους Αμπελόκηπους. Σύντομα συνέφερε περισσότερο να κόβεις βόλτα στην Πανόρμου και την Αλεξάνδρας και να πληρώνεσαι από το να σπας το κεφάλι σου να βρεις τι μπορεί να θέλει να αγοράσει κάποιος άλλος (και να σου παίρνουν και 10%). Αυτοί που έκοβαν βόλτα αυξάνονταν, κάποιοι που είχαν ωραίες ιδέες μετακόμισαν στα Εξάρχεια. Πλέον μια Λιρέτα Εξαρχείων αγόραζε τρία Εσκούδα Αμπελοκήπων. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, γιατί μειώνει την ανταγωνιστικότητα, προκαλεί φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδηγεί σε διολίσθηση. Ημέρα τετάρτη.

Ένας ταξιτζής στην πλατεία Εξαρχείων ξεκίνησε να δέχεται Λιρέτες. 2 το χιλιόμετρο. Άμεσα βρέθηκε δεύτερος που πρόσφερε κούρσα με 1,80. Εμφανίστηκε τρίτος με 1,70. Τέταρτος με 1,69 και δωρεάν μεταφορά αποσκευών. Ο πρώτος που ζητούσε δύο λιρέτες τις έκανε 1,68 και πρόσφερε και wi-fi στο όχημα. Σύντομα ένα σωρό ταξιτζήδες δέχονταν Λιρέτες με όλο και καλύτερους όρους σε όλο και καλύτερες τιμές. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων από την άλλη, επέτρεψαν σε 5 ταξιτζήδες να συναλλάσσονται σε Εσκούδα με τους παρακάτω όρους: να πληρώσουν 300 Εσκούδα προκαταβολικά στο κοινό ταμείο (που πλήρωνε αυτούς που έκαναν βόλτα στην Αλεξάνδρας), να βάψουν τα οχήματά τους κόκκινα και να έχουν κοινό τιμολόγιο 3 Εσκούδα το χιλιόμετρο. Βρέθηκαν 5 που υπολόγισαν ότι με 100 χιλιόμετρα ξεχρέωναν και μετά έχουν τρελό κέρδος. Σύντομα ένας σκέφτηκε ότι αντί να κυνηγάει το χιλιόμετρο, μπορεί να δώσει σε κάποιον την άδεια ζητώντας 500 Εσκούδα. Βρέθηκε ένας άνεργος και τα έδωσε, σύντομα και δεύτερος έδωσε 600, γιατί υπολόγισε και αυτός ότι με 200 χιλιόμετρα ξεχρεώνει και μετά έχει τρελό κέρδος. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων σύντομα διαπίστωσαν ότι τα ταξί ήταν ακριβά και βρόμικα και οι οδηγοί τους αγενείς και πλούσιοι, καθώς το κέρδος τους δεν ήταν τόσο από την πελατεία, όσο από την αγοραπωλησία αδειών που άνθιζε. Και είδεν ο λαός ότι κακόν το κλειστό επάγγελμα: διατηρεί υψηλές τιμές και κακή ποιότητα υπηρεσιών. Ημέρα πέμπτη.

Τα πράγματα στους Αμπελόκηπους χειροτέρευαν. Πολλοί μετακόμιζαν πλέον στα Εξάρχεια. Οι τηρούντες την τάξη με τις βόλτες τους έπρεπε να πληρωθούν, αλλά πλέον οι φόροι δεν ήταν αρκετοί. Έκτακτη συνέλευση αποφάσισε να αυξηθεί ο φόρος στο 20% και να συστηματοποιηθούν οι έλεγχοι. Με διπλό συντελεστή περίμεναν διπλά έσοδα, αλλά πλέον μετακόμιζαν τόσοι πολλοί στα Εξάρχεια, που η αύξηση στα έσοδα ήταν 3%, που μόλις επαρκούσε για την πρώτη ώρα πλαστής υπερωριακής βόλτας. Πλέον οι τηρούντες την τάξη έμπαιναν στα μαγαζιά και έλεγχαν κάθε συναλλαγή σε Εσκούδο, μην τυχόν και κάποιος δεν πληρώνει φόρο. Το να συναλλάσσεσαι σε Εσκούδα ήταν πλέον ανυπόφορο. Εκτός από το ότι σου έφευγε αυτόματα 20%, είχες να αντιμετωπίσεις και τη βία του ελεγκτή, που φυσικά ήθελε να βγάλει το μισθό του. Και το χειρότερο: για να περιοριστεί η ροή προς τα Εξάρχεια, η Συνέλευση αποφάσισε να την απαγορεύσει και να πληρώνει και 10 ροπαλοφόρους να επιτηρούν την απαγόρευση. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, καθώς οδηγεί σε βία. Και εκτίμησαν την ελευθερία μετακίνησης (ανοικτή κοινωνία) και οικονομικής δραστηριότητας (ελεύθερη αγορά). Ημέρα έκτη.

Την έβδομη μέρα οι ομάδες έκδοσης νομισμάτων μαζεύτηκαν πάλι στο Σύνταγμα. Το εγχείρημα έκδοσης νομίσματος τούς είχε διδάξει πολύ γρήγορα τι καλό είναι το λίγο Κράτος, σε τι χρησιμεύει μια τράπεζα, πόσο κακός είναι ο πληθωρισμός, η υποτίμηση, η υπερφορολόγηση, τα κλειστά επαγγέλματα, η κρατική βία.

Εξακολουθούσαν να είναι αγανακτισμένοι, αλλά πλέον για άλλους λόγους…